Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας


Λουί Φερντινάν Σελίν
Photo:  Paris, 1960
«….Τον καιρό του πολέμου, αντί να χορεύουμε στον ημιώροφο, χορεύαμε στο κελάρι. Οι μάχιμοι τ’ ανέχονταν, το γούσταραν κιόλας. Αυτό ζήταγαν με το που φτάνανε, και κανείς δεν έβρισκε ύποπτους τους τρόπους τους. Μόνο η παλικαριά είναι ύποπτη. Να’σαι παλικάρι με το κορμί που έχεις; Πες λοιπόν και στο σκουλήκι να’ ναι παλικάρι, που’ ναι ροδαλό και χλομό και μαλακό, σαν κι εμάς….» (σελ. 124)
Το μόνο που ξέρει ο κόσμος είναι να σε σκοτώνει, σαν τον κοιμισμένο είναι ο κόσμος που σε πλακώνει στον ύπνο του , όπως σκοτώνει ο κοιμισμένος τους ψύλλους του. Να ένας ηλίθιος τρόπος να πεθάνεις, έλεγα μέσα μου, όπως όλος ο κόσμος , δηλαδή. Η εμπιστοσύνη στους ανθρώπους είναι ήδη λιγάκι θάνατος. (σελ. 215)
Παραδίνεσαι στον θόρυβο όπως παραδίνεσαι στον πόλεμο. Αφήνεσαι στις μηχανές με τις τρείς ψωροϊδέες που παραδέρνουν ακόμη πάνω ψηλά, πίσω από το κούτελο. Πάει τελείωσε. Ό,τι κοιτάς οπουδήποτε, ό,τι αγγίζει το χέρι, είναι τώρα σκληρό. Κι ό,τι καταφέρνεις ακόμη να θυμηθείς είναι άκαμπτο σαν σίδερο κι άνοστο πιά μες στην σκέψη. Γεράσαμε φριχτά μονομιάς. Πρέπει να καταργηθεί η έξω ζωή, να γίνει ατσάλι, κάτι χρήσιμο. Δεν την αγαπούσαμε αρκετά όπως ήταν, γι' αυτό. Πρέπει να γίνει αντικείμενο λοιπόν, στερεό, έτσι έχει ο Κανόνας. (σελ.271)
Με λίγα λόγια όσο είσαι στον πόλεμο, λές πως θα 'ναι καλύτερη η ειρήνη, κι έπειτα πιπιλάς αυτήν την ελπίδα σαν καραμέλα, κι έπειτα είναι σκατά και απόσκατα. Δεν τολμάς να το πείς στην αρχή, μην τυχόν και αναγουλιάσει κανένας. Το παίζεις καλό παιδί, κοντολογίς. Κι έπειτα, μιάν ωραία πρωία, καταλήγεις παρ' όλα αυτά να το ξεράσεις μπροστά σε όλον τον κόσμο. Έχεις βαρεθεί να τσαλαβουτάς στον βόθρο . Μα τότε ο κόσμος σε βρίσκει υπερβολικό. Και τέρμα. (σελ.281) 
Τί τρελοκομείο η στερημένη ζωή! Μια τάξη είναι η ζωή, κι η πλήξη είναι ο παιδονόμος της, που διαρκώς σε κατασκοπεύει. πρέπει πάση θυσία να μοιάζεις απασχολημένος με κάτι πολύ συναρπαστικό, ειδάλλως πλακώνει και σου ροκανίζει το μυαλό. ΄Οταν η μέρα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σκέτο εικοσιτετράωρο, δεν υποφέρεται. Μια μακριά, σχεδόν αβάσταχτη ηδονή πρέπει να είναι η μέρα, μία μακριά συνουσία, θες δε θες. Σου κατεβαίνουν λοιπόν σιχαμερές σκέψεις, όσο σ' αποβλακώνει η ανάγκη, όσο μέσα στο κάθε σου δευτερόλεπτο στριμώχνεται ένας πόθος για χίλια άλλα πράγματα, ένας πόθος για αλλού. (σελ.415) [...] 
Βυθίζεσαι , τρομάζεις στην αρχή μες στην νύχτα, μα θες παρ' όλα αυτά να καταλάβεις, και τότε δεν εγκαταλείπεις πια τα βάθη. Είναι, όμως, πολλά τα πράγματα που πρέπει να καταλάβεις ταυτόχρονα. Κι είναι πολύ σύντομη η ζωή. Δεν θες να αδικήσεις κανέναν. Έχεις ενδοιασμούς, διστάζεις να τα κρίνεις όλα μονομιάς και προπαντός φοβάσαι μην αναγκαστείς να πεθάνεις ενόσω διστάζεις, γιατί τότε θα 'χεις έρθει τζάμπα στην ζωή. Ό,τι χειρότερο. (σελ.446)

Όποια ανάγνωση και αν επιφυλάξει κανείς στο έργο του Σελίν, θα διακρίνει πάντα τον βασικό του στόχο: να ανασυνθέσει πιστά το συγκινησιακό φορτίο που απέθεσε πάνω του η ζωή. «Γράφω με ελλείψεις και ασύνδετες προτάσεις για να ενσωματώσω το ανθρώπινο συναίσθημα στη γραπτή γλώσσα», έλεγε.
Η μεταφράστρια του βιβλίου Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου αναφέρει στο Επίμετρο του βιβλίου τα εξής:
«Να ποια ήταν η τεράστια καινοτομία του Σελίν. Η συμμέτοχη γλώσσα, μια γλώσσα απολύτως προσωπική και γι’ αυτό συλλογική, τερατώδης και γι ΄αυτό αληθινή, λασπερή και γι’ αυτό δροσερή, τραγική και γι’ αυτό εκρηκτικά κωμική. Κράμα καθαρεύουσας και καθομιλουμένης, επιστημονικής διαλέκτου και αισχρολογίας, νεολογισμών και αρχαϊσμών αντλημένων από όλο το βάθος της γαλλικής λαλιάς Έμελλε, εν ολίγοις, να ειπωθεί με λέξεις της αληθινής λογοτεχνίας- δηλαδή με τις λέξεις της σακατεμένης, οργισμένης και καταγέλαστης σάρκας- η «δυστυχία του πολιτισμού», αποτυπωμένη ήδη το 1929 από τον Φρόυντ με τις λέξεις της ψυχανάλυσης.
…Διαβάζουμε το Σελίν, γιατί μαθαίνουμε τα δράματα, τις φάρσες, τις οιμωγές και τις σιωπές του 20ου αιώνα, που είναι και ο 21ος. Τον διαβάζουμε γιατί αναγνωρίζουμε στην εκθαμβωτική πρόζα του την τραγική ανθρώπινη συνθήκη μας και γιατί μας καταδικάζει να της γελάμε κατάμουτρα….»

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Το παιδί εγκληματίας, Jean Genet


ζαν ζενέ
Σύμφωνα με τον Μισέλ Φουκό, σε διάλεξή του τη δεκαετία του ’80, ετεροτοπία σημαίνει το αμφίσημο, το μεταιχμιακό  διάστημα μεταξύ τόπου και ουτοπίας. Ήτοι, η ετεροτοπία είναι παρούσα και ταυτόχρονα απούσα. Με άλλα λόγια, είναι εδώ, καθώς καταλαμβάνει έναν φυσικό χώρο και εμφορείται από κάποιες ιδιότητες, αλλά και δεν είναι εδώ, γιατί αντιπροσωπεύει την αναστολή και την αντιστροφή της κανονικότητας. Η ετεροτοπία είναι χώρος δισήμαντος  και ταυτόχρονα «πειραματικός», εφόσον περικλείει εναλλακτικά μοντέλα δόμησης της κοινωνίας, τα οποία, ενώ προέρχονται από την άρχουσα τάξη, ταυτόχρονα την αμφισβητούν ή την υπονομεύουν. Ένα τέτοιο παράδειγμα ετεροτοπίας είναι και η φυλακή, όπου συμβαίνει σωφρονισμός και  απομόνωση περιθωριακών σωμάτων.
Σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε ο Ζαν Ζενέ, πριν μεταμορφωθεί σε συγγραφέα αλλά και στα πρώτα χρόνια της λογοτεχνικής του πορείας πριν αρχίσει να καθιερώνεται. «Το παιδί εγκληματίας» είναι μια ελεγεία για τους νεαρούς εγκληματίες, όπως τους ονομάζει η καλή κοινωνία. Κείμενο γραμμένο για μια εκπομπή της κρατικής γαλλικής ραδιοφωνίας, το 1947, που ποτέ δεν έγινε. Κόπηκε πριν καν οι υπεύθυνοι λάβουν γνώση των γραπτών του Ζενέ. Και αυτό, λόγω της «κακής» φήμης που συνόδευε τον συγγραφέα και φυσικά για τα μπλεξίματα που είχε τότε με την αστική δικαιοσύνη. Δυο χρόνια μετά, τυπώθηκε από έναν μικρό εκδοτικό οίκο και έκανε αίσθηση με τον οξύ κοινωνικό του λόγο. Σε αυτό το κείμενο ο Ζενέ προκαλεί με την πένα του και απορρίπτει την ηθική που ασπάζεται το πλήθος. Ανατρέπει κάθε αίσθηση που καταλήγει σε στερεότυπο για τον κόσμο της ετεροτοπίας-φυλακής. Κάθε δαιμονοποίηση των μικρών παραβατών και την ανακούφιση μιας κοινωνίας που κοιμάται ήσυχη, γιατί οι εκκολαπτόμενοι «κακοί» βρίσκονται όλοι πίσω από τα σίδερα.
Γράφει: «Εμείς όμως θα εξακολουθούμε να ενσαρκώνουμε τις τύψεις σας. Και για κανέναν άλλο λόγο πέρα από το να ομορφύνουμε ακόμη περισσότερο την περιπέτειά μας, γιατί γνωρίζουμε ότι η ομορφιά της εξαρτάται από την απόσταση που μας χωρίζει από σας… Αν οι μοχθηροί, οι βάναυσοι εκπροσωπούν την δύναμη που εσείς αντιμάχεστε, εμείς θέλουμε να ενσαρκώνουμε αυτή ακριβώς τη δύναμη του κακού». Αναστρέφει πλήρως την σωφρονιστική  άποψη για τον εγκλεισμό και το μετριασμό της βίας των φυλάκων απέναντι στους νεαρούς εγκληματίες, σε μια «δημοκρατική» προοπτική, ώστε σε εύθετο χρόνο οι παρεκκλίνοντες να επιστρέψουν «ψυχικά υγιείς» στις αγκάλες της κοινωνίας. Απορρίπτοντας πλήρως το παραπάνω σκεπτικό απαιτεί  τη μεγίστη βαναυσότητα: «Ο νεαρός, όμως, εγκληματίας αρνείται ήδη την επιεική μεταχείριση και την ειδική μέριμνα μιας κοινωνίας ενάντια στην οποία είχε μόλις ξεσηκωθεί διαπράττοντας την πρώτη αξιόποινη πράξη. Έχοντας, στα δεκαπέντε ή δεκαέξι του χρόνια, ίσως και νωρίτερα, ενηλικιωθεί με τρόπο που οι έντιμοι άνθρωποι δεν θα έχουν γνωρίσει ούτε στα εξήντα τους, περιφρονεί την καλοσύνη τους. Απαιτεί η τιμωρία του να είναι ανάλγητη. Πρώτη του απαίτηση είναι οι όροι που την ορίζουν να εκφράζουν τη μεγίστη βαναυσότητα… Απαιτεί η δοκιμασία να είναι τρομερή. Προκειμένου να εξαντλήσει ίσως,  μια διαβολέμενη ανάγκη για ηρωισμό». Ο Ζενέ αισθάνεται και αυτός εχθρικά απέναντι στην γαλλική κοινωνία, τόσο που δε διστάζει να δηλώσει την έμμεση ικανοποίησή του για τα όσα υπέστησαν οι συμπατριώτες του στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επιπλέον, μιλάει για το πώς οι καλλιτέχνες εξυμνούν το  έγκλημα στις δημιουργίες τους -«Η δική σας λογοτεχνία, οι δικές σας καλές τέχνες, η ψυχαγωγία σας εκθειάζουν το έγκλημα. Το ταλέντο των ποιητών εκθειάζει τον εγκληματία τον οποίο στην καθημερινότητά σας απεχθάνεστε. Ανεχθείτε, λοιπόν, το ότι εμείς με τη σειρά μας περιφρονούμε τους ποιητές και τους καλλιτέχνες σας.»
Για τον Ζενέ η έννοια της παρανομίας συνάδει με αυτήν της παραβατικότητας. Ενάντια σε ένα καθεστώς, εγκαθιδρυμένο από την άρχουσα ελίτ, κομμένο και ραμμένο στα μετρά των ευυπόληπτων μεσοαστών, δεν υπάρχει κανένα έλεος, καμιά παραχώρηση. Οι μικροί εγκληματίες είναι άτομα εξεγερμένα και, αν θέλετε, σύμμαχοι των εν γένει εξεγερμένων. Επαναστατούν απέναντι στην υπάρχουσα κοινωνία με βίαιους τρόπους και η όποια επιβολή σωφρονισμού τους κόβει την κάθε διάθεση αμφισβήτησή της: «Αν η δουλειά τους (σημ. των ψυχίατρων) είναι η μεταβολή της ηθικής συμπεριφοράς των παιδιών, αυτό γίνεται για να οικειοποιηθούν ποια διαφορετική ηθική; Ξέρω πως ουσιαστικά πρόκειται για την τρέχουσα ηθική και ότι ο ψυχίατρος ξεμπερδεύει αποδίδοντας στα παιδιά το όμορφο όνομα του απροσάρμοστου».
Πέραν της άγριας σαγήνης του κειμένου, ενδιαφέρον έχουν και οι δυο φωτογραφίες που υπάρχουν στην πρώτη έκδοση, καθώς η Άγρα στάθηκε πιστή σε αυτήν. Στο εξώφυλλο η σχισμένη στις άκρες του και ρετουσαρισμένη εικόνα ενός νεαρού τρόφιμου με τη στολή εργασίας της φυλακής και στην αρχή της αφήγησης το πορτρέτο του Ζενέ στα δεκάξι του χρόνια.  Αν η πρώτη εμφανίζει πάλι τον ίδιο αυτό δεν είναι σίγουρο. Το εντυπωσιακό είναι πώς αυτή η φωτογραφία βρέθηκε στα χέρια του Ζενέ και πως κατάφερε να την βγάλει έξω από τη φυλακή. «Το παιδί εγκληματίας» ατύχησε στο επίσημο κρατικό ραδιόφωνο, και πως αλλιώς, ευτύχησε, όμως, στο να δώσει φωνή σε ένα πρόσωπο, τον Ζενέ,  που θα μεσουρανούσε για πολύ καιρό στα γαλλικά γράμματα πιστός στο δόγμα του πως «την τραγωδία πρέπει να τη ζεις και όχι να την παίζεις»

Στα θετικά του βιβλίου και η δυναμική μετάφραση του Σπύρου Γιανναρά.