Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Erich Fromm - Η Tέχνη της Αγάπης

Είναι η αγάπη τέχνη; Αν είναι, χρειάζεται γνώση και προσπάθεια. Ή μήπως η αγάπη είναι ένα ευχάριστο συναίσθημα που κατά σύμπτωση το γνωρίζει κανείς, το "συναντά" αν είναι τυχερός; Η πλειοψηφία των ανθρώπων πιστεύει στη δεύτερη αντίληψη.

Όχι πως οι άνθρωποι θεωρούν την αγάπη σαν κάτι ασήμαντο. Οι άνθρωποι διψούν για αγάπη. Παρακολουθούν αναρίθμητα κινηματογραφικά φιλμ που διηγούνται ευτυχισμένες ή αποτυχημένες ερωτικές ιστορίες. Ακούν εκατοντάδες ανόητα τραγούδια για την αγάπη. Παρόλ' αυτά, σχεδόν κανείς τους δε σκέφτεται αν υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθει σχετικά με την αγάπη. Αυτή η περίεργη αντίληψη βασίζεται σε ορισμένες υποθέσεις, που ξεχωριστά ή συνδυασμένες, τείνουν να τη δικαιώσουν.

Οι πιο πολλοί άνθρωποι βλέπουν το πρόβλημα της αγάπης πρωταρχικά σαν πρόβλημα του πώς ν' αγαπηθούν, και όχι του πώς ν' αγαπήσουν, πώς να αναπτύξουν την ικανότητά τους για αγάπη. Δηλαδή, εκείνο που τους απασχολεί είναι πώς να τους αγαπήσουν οι άλλοι, πώς να γίνουν αξιαγάπητα πρόσωπα. Για να φτάσουν στο σκοπό αυτό ακολουθούν διάφορους τρόπους. Ένας τρόπος είναι να πετύχουν, να αποκτήσουν όση δύναμη και πλούτο μπορούν, στο βαθμό που τους επιτρέπουν τα κοινωνικά περιθώρια της θέσης τους. Ο δεύτερος τρόπος είναι να γίνονται ελκυστικοί, με τη φροντίδα για το σώμα και το ντύσιμο. Άλλοι τρόποι για να γίνει κανείς ελκυστικός είναι η καλλιέργεια ωραίων τρόπων συμπεριφοράς, η ευχάριστη κι ενδιαφέρουσα ομιλία, η καλοσύνη. Για τους περισσότερους ανθρώπους του πολιτισμού μας το να είναι κανείς αξιαγάπητος σημαίνει βασικά να συνδυάζει τη δημοτικότητα με την ερωτική έλξη.

Μία δεύτερη υπόθεση που κρύβεται πίσω από τη σκέψη ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μάθει κανείς σχετικά με την αγάπη, είναι ότι η αγάπη αποτελεί πρόβλημα αντικειμένου κι όχι πρόβλημα ψυχικής ικανότητας. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η αγάπη είναι κάτι εύκολο και και ότι το δύσκολο είναι να βρουν το κατάλληλο άτομο που θέλουν να αγαπήσουν ή από το οποίο θέλουν να αγαπηθούν.

Η τρίτη πλάνη που οδηγεί στην αντίληψη ότι δεν υπάρχει τίποτε να μάθουμε για την αγάπη, βρίσκεται στη σύγχυση ανάμεσα στην αρχική εμπειρία του ερωτικού συναισθήματος και στη διάρκειά του, ή όπως θα λέγαμε διαφορετικά, στο να είσαι μόνιμα ερωτευμένος. Ωστόσο, αυτή η μορφή της αγάπης είναι από την ίδια της τη φύση χωρίς διάρκεια. Τα δύο πρόσωπα γνωρίζονται όλο και περισσότερο, η οικειότητά τους χάνει όλο και πιο πολύ το μυστηριακό της χαρακτήρα, ωσότου ο ανταγωνισμός τους, οι απογοητεύσεις τους και η αμοιβαία τους πλήξη σκοτώνουν οτιδήποτε απέμεινε από την αρχική συγκίνηση. Ωστόσο, στην αρχή δεν ξέρουν τίποτε απ' όλα αυτά. Πράγματι, παίρνουν την ένταση της αμοιβαίας λατρείας τους και της "τρέλας" που νιώθει ο ένας για τον άλλο σαν απόδειξη της μεγάλης τους αγάπης, ενώ αυτό ίσως αποδεικνύει μόνο το βαθμό της προηγούμενης μοναξιάς τους και τίποτε παραπάνω.

Αυτή η αντίληψη -ότι τίποτε δεν είναι πιο εύκολο από το ν' αγαπάς- εξακολουθεί να είναι η πιο διαδεδομένη παρά την αφθονία των αποδείξεων για το αντίθετο. Σχεδόν καμία προσπάθεια, κανένα έργο δεν αρχίζει με τόσο μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες όπως αρχίζει η αγάπη, κι ωστόσο τίποτε δεν αποτυχαίνει τόσο συχνά όσο αυτή. Αν αυτό συνέβαινε με οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, οι άνθρωποι θα ήταν περισσότερο πρόθυμοι να εξετάσουν τους λόγους της αποτυχίας αυτής και να μάθουν πώς θα μπορούσαν να ενεργήσουν καλύτερα. Ή θα εγκατέλειπαν τη δραστηριότητα αυτή.

Το πρώτο, λοιπόν, βήμα είναι να καταλάβουμε ότι η αγάπη είναι μία τέχνη, ακριβώς όπως μία τέχνη είναι και η ίδια η ζωή. Αν θέλουμε να μάθουμε πώς ν' αγαπάμε, πρέπει να προχωρήσουμε με τον ίδιο τρόπο που προχωρούμε όταν θέλουμε να μάθουμε μία οποιαδήποτε άλλη τέχνη, π.χ. μουσική, ζωγραφική, ξυλουργική, ή την επιστήμη της ιατρικής και της μηχανικής.

Ποια είναι τα απαραίτητα στάδια στην εκμάθηση μιας οποιασδήποτε τέχνης. Το πρώτο είναι η εκμάθηση της θεωρίας και το δεύτερο η εκμάθηση της πρακτικής. Αν θέλω να μάθω την επιστήμη της ιατρικής, πρέπει πρώτα απ' όλα να μάθω τα βασικά στοιχεία για το ανθρώπινο σώμα και για τις διάφορες αρρώστιες. Αλλά κι όταν αποκτήσω όλη αυτή τη γνώση, πάλι δε θα είμαι ικανός στην τέχνη της ιατρικής. Μόνο έπειτα από μακρά πρακτική εξάσκηση θα είμαι κύριος της τέχνης, μόνο όταν η θεωρητική γνώση και η πείρα της πρακτικής θα έχουν συγχωνευτεί σ' ένα πράγμα -στη διαίσθησή μου, που αποτελεί την ουσία της κατοχής μίας τέχνης.

Αλλά εκτός από τη γνώση της θεωρίας και της πρακτικής, ένας τρίτος παράγοντας είναι αναγκαίος για την κατάκτηση κάθε τέχνης - η υπέρτατη σημασία που δίνουμε στην τέχνη αυτή. Τίποτ' άλλο στον κόσμο δεν πρέπει να είναι πιο σημαντικό από την τέχνη που μας ενδιαφέρει. Αυτό ισχύει για τη μουσική, την ιατρική, την ξυλουργική -και για την αγάπη. Και ίσως εδώ να βρίσκεται η απάντηση στο ερώτημα: γιατί οι άνθρωποι του πολιτισμού μας προσπαθούν τόσο σπάνια να μάθουν αυτή την τέχνη στο πείσμα των ολοφάνερων αποτυχιών τους; Παρόλο που η λαχτάρα τους γι' αγάπη είναι τόσο βαθιά ριζωμένη, σχεδόν όλα τ' άλλα φαίνονται να είναι πιο σημαντικά από την αγάπη: επιτυχία, γόητρο, χρήματα, δύναμη. Όλη μας σχεδόν η ενεργητικότητα χρησιμοποιείται για να μάθουμε πώς να πετύχουμε σ' αυτούς τους σκοπούς. Και σχεδόν καθόλου για να μάθουμε την τέχνη της αγάπης.

(από το βιβλίο "Η Tέχνη της Αγάπης" του Erich Fromm)

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Ψυχαναλυτική θεωρία

«…Η κλινική δεν είναι μια επιστήμη, δηλαδή μια γνώση που αποδεικνύεται˙ είναι μια εμπειρική γνώση, αδιαχώριστη από την ιστορία των ιδεών. Διδάσκοντάς την, αναπληρώνουμε τα ελαττώματα μιας ψυχιατρικής, η οποία, από τότε που προόδευσε η χημεία, έχει συχνά την τάση να παραμελεί τους θησαυρούς της κλασικής εποχής…»   

Η ψυχανάλυση, ένα από τα αδύνατα επαγγέλματα, όπως έλεγε ο Φρόυντ, γνώρισε νέα άνθιση και ευρύτερη εξάπλωση χάρη στην ανανεωτική επίδραση της διδασκαλίας του Λακάν. Κατά τη διάρκεια πολλών ετών, από το 1953 έως το 1981, τα Σεμινάριά του διαμόρφωσαν γενιές ψυχαναλυτών, ψυχιάτρων, ψυχολόγων, φιλοσόφων, παιδαγωγών κτλ. Η προσφορά του γάλλου ψυχαναλυτή είναι πλέον χαραγμένη για πάντα δίπλα σ’ εκείνη του ιδρυτή της ψυχανάλυσης, κτήμα ες αεί.
 
Από την απαρχή της ψυχαναλυτικής θεωρίας , ο Φρόυντ ενδιαφέρθηκε για το δεσμό που συνδέει τα ανθρώπινα όντα σε μια κοινωνία. Επιχείρησε να τον θεμελιώσει στο συναίσθημα ενοχής ως συνέπεια του φόνου του πατέρα της απόλαυσης στο μύθο του τοτέμ και ταμπού που σηματοδοτεί τη σύνδεση της επιθυμίας με το νόμο. Ο Λακάν θα αρθρώσει τον κοινωνικό δεσμό με το σύμπτωμα του υποκειμένου, το λόγο και το βορρόμειο κόμβο υπογραμμίζοντας πως ο κοινωνικός δεσμός εμφανίζεται ιδιαίτερα επισφαλής στο ψυχωτικό υποκείμενο που βρίσκεται εκτός λόγου.
Τι μπορεί να προτείνει η ψυχανάλυση και ποια μπορεί να είναι η κατεύθυνση της θεραπείας ειδικότερα με «μοντέρνα» υποκείμενα στα οποία η έλλειψη κοινωνικού δεσμού εκφράζεται με μορφές κοινωνικού αποκλεισμού και αποδέσμευσης από τον Άλλο ;
--------------------
Η αβεβαιότητα του φύλου και η κλινική της απεντοπισμένης θηλυκότητας.  #Δημήτρις Βεργέτης
Ως ένα πρόσφατο παρελθόν η έννοια του φύλου προσδιοριζόταν με αναφορά στην διαφορά των φύλων, όπως την στοιχειοθετούσε ο Λόγος του Κυρίου εξ ονόματος του πατριαρχικού θεσμού. Προσδιορίζεται πλέον με όρους ταυτότητας φύλου. Η δυαδική διαφοροποίηση άνδρας-γυναίκα υποκαθίστανται από το συνεχές φάσμα υβριδιακών «σεξουαλικών» ταυτοτήτων με μεταθετά όρια. Η υποκειμενική αβεβαιότητα του φύλου, που η ψυχανάλυση είχε εξ αρχής ανιχνεύσει, παγιώνεται πλέον σε επαμφοτερίζουσες ταυτότητες με ασαφή όρια και ρευστά ερείσματα, σε σημείο που, μπαίνοντας στον πειρασμό της υπερβολής, θα μιλούσαμε για κρίση του φύλου. Αυτό που δεν είναι ωστόσο υπερβολή είναι η κρίση στις σχέσεις των φύλων. Αποτελεί μάλιστα ανίατο παράπονο των γυναικών ανεξαρτήτως ηλικίας, με διαστάσεις κοινωνικού συμπτώματος. Διόλου τυχαία τα ποσοστά γυναικείας κατάθλιψης εκτινάσσονται στα ύψη, προς μεγάλη αμηχανία των ειδημόνων. Απογυμνωμένη πλέον από τις πατριαρχικές μυθοπλασίες και τις εγγυήσεις του ονόματος - του - πατέρα, η ανύπαρκτη διάφυλη σχέση διολισθαίνει προς ένα καθεστώς γενικευμένης κρίσης. Η διαφορά των φύλων λειτουργεί όλο και πιο άτονα ως οργανωτική μήτρα της σχέσης του υποκειμένου με την απόλαυση. Η απεντοπισμένη θηλυκότητα, μέσα από τις σχηματοποιήσεις που επιτελούν οι έμφυλες ταυτότητες, αναδεικνύεται με όλο και πιο θεαματικό τρόπο σε εναλλακτικό σχήμα ένταξης του υποκειμένου στη σκηνή της φαντασίωσης που σκηνοθετεί την απόλαυση. Ωστόσο η φαντασιακή παραλλακτικότητα των ταυτοτήτων φύλου διέπεται από μια άτεγκτη λογική και ενέχει ένα ανυπέρβλητο όριο αποτυπωμένο στο λακανικό αξίωμα που θέτει δύο, και μόνο δύο, φύλα – το ίδιο και το Άλλο. Το Άλλο, τουτέστιν (η) Γυναίκα.