Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Λέων Τολστόι

Μιλούσαν για τις ανομίες της εξουσίας.. για τα βάσανα των αναξιοπαθούντων.. για τη φτώχεια που μάστιζε το λαό, όμως στα μάτια τους, όλη την ώρα της θερμής κουβέντας τους, πλανιόταν ασταμάτητα ένα βουβό ερώτημα: «Θα μπορούσες να μ’ αγαπήσεις;» Λ.Τολστόι

* foto: Monica Vitti

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Απόσπασμα από το ‘Σενάριο Γάμου’

του Τζέφρυ Ευγενίδης

Υπήρχαν κάποια βιβλία που διαπερνούσαν τον θόρυβο της ζωής και σε άρπαζαν από το γιακά για να σου μιλήσουν μόνο για τις πιο μεγάλες αλήθειες της ζωής. Η ‘Εξομολόγηση’ ήταν ένα τέτοιο βιβλίο. Σε αυτό ο Τολστόι αφηγείται ένα ρωσικό παραμύθι για έναν άντρα, ο οποίος κυνηγημένος από ένα τέρας πέφτει σε ένα πηγάδι. Όμως καθώς ο άντρας πέφτει μέσα στο πηγάδι, βλέπει στον πάτο ένα δράκο που περιμένει να τον καταβροχθίσει.
Εκείνη τη στιγμή ακριβώς ο άντρας αντιλαμβάνεται ένα κλαδί που εξέχει από το τοίχωμα, το αδράχνει και κρεμιέται από αυτό. Αυτό εμποδίζει τον άντρα να πέσει στα σαγόνια του δράκου και να τον φάει το τέρας. Όμως αποδεικνύεται ότι υπάρχει και άλλο ένα μικρό πρόβλημα. Δύο ποντίκια, ένα μαύρο και ένα λευκό, τρέχουν σαν τρελά γύρω από το κλαδί ροκανίζοντας το.
Είναι ζήτημα χρόνου να μασήσουν όλο το κλαδί, αναγκάζοντας τον άντρα να πέσει. Καθώς ο άντρας αντικρίζει την αναπόδραστη μοίρα του, προσέχει κάτι ακόμα: από την άκρη του κλαδιού όπου είναι γαντζωμένος στάζουν λίγες σταγόνες μέλι. Ο άντρας βγάζει τη γλώσσα του έξω να τις γλείψει.

Αυτό, μας λέει ο Τολστόι, είναι η δυστυχία μας ως ανθρώπων: εμείς είμαστε ο άντρας που έχει γαντζωθεί στο κλαδί. Μας περιμένει ο θάνατος. Έξοδος διαφυγής δεν υπάρχει και έτσι ξεχνιόμαστε γλείφοντας όποιες σταγόνες μέλι φτάνουμε να αρπάξουμε.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Κουμπούρες δεν υπάρχουν

Mια πολύτιμη, ψυχαναλυτική ματιά στο φαινόμενο της σχολικής αποτυχίας.
Κανένα βιβλίο, πόσω μάλλον ο μικρός θησαυρός με τον ευρηματικό τίτλο «Κουμπούρες δεν υπάρχουν», δεν είναι απλώς και μόνο ένα κείμενο. Είναι ένα κείμενο το οποίο συνομιλεί πότε ρητά πότε άρρητα με άλλα βιβλία, με ιδέες, με τη ζώσα πραγματικότητα. Αλλά ενίοτε η αξία του και τα αποτελέσματα αυτής της συνομιλίας μπορούν να αναδειχθούν και να εκτιμηθούν πλήρως υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και συγκυρίες. Η επανέκδοση του υπό παρουσίαση βιβλίου δεκατρία χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του έρχεται σε μια στιγμή που δείχνει ιδανική για τουλάχιστον τέσσερις λόγους. Πρώτον, στο μεσοδιάστημα έχει πλέον εκδοθεί ένα ικανό σώμα ψυχαναλυτικών έργων έγκυρα μεταφρασμένων κι επιμελημένων, μεταξύ των οποίων κείμενα του Λακάν ή για τον Λακάν, η κλινική σκέψη και πράξη του οποίου αποτελεί πηγή έμπνευσης για την ψυχαναλύτρια Αννύ Κορντιέ.
Δεύτερον, υπάρχει μια ραγδαία ανάπτυξη κάθε είδους ψυχοθεραπευτικών υπηρεσιών. Τρίτον, ζητήματα που σχετίζονται με «μαθησιακές δυσκολίες» αναγνωρίζονται πια ως προβλήματα από γονείς κι εκπαιδευτικούς –π.χ. βλ. τη δυσλεξία και τη διάδοση της λογοθεραπείας–, ενώ βέβαια είναι περιττό να αναφέρει κανείς τα γενικευμένα κι επιδεινούμενα προβλήματα της ελληνικής εκπαίδευσης. Τέταρτον, διεθνώς κάνει πολύ ισχυρή επανεμφάνιση μια αναγωγιστική προσέγγιση που αναζητά τα αίτια κάθε είδους διανοητικού αλλά και συναισθηματικού προβλήματος στη βιολογία και τα γονίδια. Αυτή η τάση έχει λάβει ακόμη και γελοίες μορφές, όπως είναι το αποκαλούμενο σύνδρομο υπερκινητικότητας το οποίο αντιμετωπίζεται με φάρμακα, ιδίως στις ΗΠΑ.
Μολονότι έχουμε πλέον απομακρυνθεί αποφασιστικά από απλοϊκές προσεγγίσεις του τύπου «δεν τα ‘παίρνει τα γράμματα» η οποία μεταθέτει αστόχαστα στο παιδί την υποτιθέμενη, ενδιάθετη και τελικά αθεράπευτη ανικανότητα να μορφωθεί, εξακολουθεί να μην είναι ξεκάθαρη για τους περισσότερους η πολυπαραγοντική φύση του προβλήματος. Η Κορντιέ τονίζει ακριβώς τις διαφορετικές διαστάσεις που εμπλέκονται και ταυτόχρονα είναι προσεκτική κι ακριβολόγος αφού μας καλεί να σεβαστούμε ως διακριτά, μολονότι διαπλεκόμενα, τα πεδία των κοινωνικών σχέσεων και του ατομικού ψυχισμού. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν υπάρχει κάποια αιτιώδης ή αναγκαστική σχέση ανάμεσα στο κοινωνικό περιβάλλον και το πώς αντιδρά το υποκείμενο σε αυτό. Η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη και έχει να κάνει με τη βιογραφία του καθενός.
Μάλιστα, αναλύει χαρακτηριστικές περιπτώσεις ασθενών της, παιδιών κι εφήβων με προβληματικές σχολικές επιδόσεις, παρουσιάζοντας τη μέθοδο που ακολούθησε, αξιοποιώντας βασικές ψυχαναλυτικές κατηγορίες όπως το ασυνείδητο και το ιδεώδες του εγώ. Αυτές είναι και οι συγκλονιστικότερες σελίδες του βιβλίου, καθώς ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον ψυχικό πόνο που βιώνουν τα υποκείμενα όταν κάτι έχει αποτύχει στην έκφραση της επιθυμίας τους σε συνάφεια προς το αίτημα των γονιών ή και τις απαιτήσεις του σχολικού περιβάλλοντος. Και δείχνει ανάγλυφα πώς, τουλάχιστον για την ψυχανάλυση, η σχολική αποτυχία είναι της τάξης του συμπτώματος. Δηλαδή με εξαίρεση ελάχιστες περιπτώσεις, μέσω αυτής εκφράζεται μια ενδοψυχική σύγκρουση, μια αναστολή της σκέψης ή της επιθυμίας για γνώση που κατά κανόνα δεν έχει τίποτα να κάνει με την ευφυΐα του παιδιού. Για παράδειγμα, «η απαγόρευση της γνώσης» που βιώνει ένα υιοθετημένο παιδί μπορεί να εκπορεύεται από μια απαγόρευση της γνώσης όσον αφορά την καταγωγή του που του έχει επιβληθεί από τους θετούς γονείς. Αυτή την απαγόρευση ενδέχεται να τη διαισθανθεί ασυνείδητα και να αντιδράσει σαν «διανοητικά καθυστερημένο». Τι μπορούν να πουν τα γονίδια για αυτό; Ποια φάρμακα θα διορθώσουν την κατάσταση;
learning-disabilities2
Είναι άλλωστε δριμεία η κριτική που ασκεί η συγγραφέας στα τεστ ευφυΐας και τα ψυχομετρικά τεστ, τα οποία σε κάθε περίπτωση αδυνατούν να πουν οτιδήποτε για το «νόημα» του όποιου αποτελέσματος. Δηλαδή, πέραν μιας αμφιβόλου κατάταξης σε κάποιο νοητικό επίπεδο ή απόδοσης ενός χαρακτηρισμού –π.χ. νοητική καθυστέρηση όπως στην προηγούμενη περίπτωση– δεν παρέχουν μια βαθύτερη, ουσιαστικά αξιοποιήσιμη πληροφορία. Αντίστοιχα, η Κορντιέ επιχειρεί να θεμελιώσει τη ριζικά διαφορετική ψυχαναλυτική ματιά αντιδιαστέλλοντάς την προς ψυχολογικές και ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις που επικεντρώνονται στο «εγώ» και την προσωπικότητα, υποβαθμίζοντας το ρόλο του ασυνείδητου και του «διχασμού του υποκειμένου», και οι οποίες ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν αποσπασματικά την ευφυΐα ως αυτοτελή ικανότητα, αντί να την εντάσσουν και να την συνεξετάζουν στο ευρύτερο πλαίσιο των νοητικών και ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου.

Το βιβλίο είναι αναμφίβολα απαιτητικό για τον αμύητο στην ψυχαναλυτική οπτική αναγνώστη, ωστόσο η Κορντιέ γράφει απαράμιλλα προσιτά μέχρι το σημείο να μην προδώσει το αντικείμενό της και με αληθινή αγάπη για αυτό. Αν και η μετάφραση είναι συνολικά αξιόπιστη, υπάρχουν κάποιες αστοχίες που θα μπορούσαν να διορθωθούν σε αυτή την επανέκδοση με πλέον ενοχλητική την απόδοση του «αυτό» (id) λανθασμένα ως «εκείνο».
Απόσπασμα
«Η σχολική αποτυχία είναι πρόσφατο παθολογικό φαινόμενο. Εμφανίστηκε με την εισαγωγή της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και απασχόλησε πολύ τους σημερινούς ανθρώπους λόγω μιας ριζικής αλλαγής στην κοινωνία. Και εδώ, επίσης, τα προβλήματα δεν τα γεννούν μόνες τους οι απαιτήσεις της σημερινής κοινωνίας, όπως πολύ συχνά πιστεύουμε, αλλά ένα υποκείμενο που εκφράζει τη δυσφορία του στη γλώσσα μιας εποχής όπου οι κυρίαρχες αξίες είναι η δύναμη του χρήματος και η κοινωνική επιτυχία. Η κοινωνική πίεση επενεργεί σαν παράγοντας αποκρυστάλλωσης ενός προβλήματος που εγγράφεται με μοναδικό τρόπο στην ιστορία του κάθε ανθρώπου». (σελ. 15)

b5395 Κουμπούρες δεν υπάρχουν
Ψυχανάλυση και σχολική αποτυχία
Αννύ Κορντιέ
Μτφρ. Ακριβή Αλεξιάδη
 





Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Charles Baudelaire - Επικίνδυνες σχέσεις

Έτσι, αντί να δημιουργήσουμε, όπως πασχίζουμε, μία διαπρεπή μηχανορράφο, δημιουργούμε μια εύκολη γυναίκα. Και δεν γνωρίζω ανιαρότερο πράγμα από την ανόητη ευκολία των γυναικών να παραδίδονται δίχως να γνωρίζουν πώς και γιατί, μόνο και μόνο επειδή είναι ανίκανες να αντισταθούν στην πρώτη τυχούσα επίθεση. Οι γυναίκες αυτές είναι ...αποκλειστικά και μόνο μηχανές ηδονής.
... Όχι, δεν θα χαρεί τις απολαύσεις της αμαρτίας και τις τιμές της αρετής. Δεν μου αρκεί να την κατέχω· επιθυμώ να μου παραδοθεί με τη θέλησή της. Δεν με ενδιαφέρει να την πλησιάσω αλλά να επιτύχω την ομολογία του έρωτά της.
... Θα διαπιστώσετε ότι δεν απομακρύνθηκα ούτε κατά κεραίαν από τις αρχές της ερωτικής τέχνης, από τις αρχές της πολεμικής τέχνης δηλαδή.
... Θα έχετε δίκιο να με κοροϊδέψετε. Κοροϊδέψτε με λοιπόν κι ας μιλήσουμε για άλλα πράγματα. Για άλλα πράγματα, Για τα ίδια δηλαδή, το ίδιο πράγμα, τις γυναίκες. Τις γυναίκες προς κατάκτησιν ή τις γυναίκες προς απώλεια ή και τα δύο μαζί.
... Συντάσσω μία κατήχηση της ερωτικής κραιπάλης προς χρήσιν της μαθήτριάς μου. Αυτό το κορίτσι είναι πραγματικά σαγηνευτικό! Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην αφελή της γλυκύτητα και την ωμότητα της γλώσσας εντυπωσιάζει.
"Το βιβλίο αυτό, αν καίει, δεν μπορεί να καίει παρά με τον τρόπο που καίει ο πάγος".
- Charles Baudelaire -

Οι "Επικίνδυνες σχέσεις" του Σοντερλό ντε Λακλό (1741-1803) πρωτοεκδόθηκαν στο Παρίσι το 1782. Η κοινωνία αντιμετώπισε το γεγονός ως σκάνδαλο. Η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε σε μερικές μέρες καθώς και οι επόμενες εκδόσεις. Ένα αντίτυπο, χωρίς τίτλο στο εξώφυλλο, βρέθηκε αργότερα στα προσωπικά υπάρχοντα της Μαρίας Αντουανέττας. Η κυκλοφορία τους επιτράπηκε επί Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ και των διαφόρων επαναστατικών κυβερνήσεων που ακλούθησαν. Απαγορεύτηκε με την κατηγορία του "επικίνδυνου" το 1825, επί βασιλείας του Καρόλου Ι΄, μαζί με τα έργα του Βολταίρου, του Ρουσσώ, του Μοντεσκιέ και του Μπωμαρσαί. Η απαγόρευση ίσχυσε ουσιαστικά σε όλον τον 19ο αιώνα. Δεν είναι παράξενο που μόνον ο Μπωντλαίρ, ο "καταραμένος ποιητής", υποστήριξε δημόσια το έργο. Ο Λακλό είναι ένας καταδότης των ονείρων. Αποκάλυψε τα όνειρα της εποχής του, δίδοντάς τους ζωή, εισάγοντάς τα στον ευρύ χώρο των συλλογικών ονείρων, στον χώρο όπου τα προνομιούχα πρόσωπα, που έστω και για μία στιγμή μπόρεσαν να κατευθύνουν τη μοίρα τους, δίδουν τροφή στα όνειρα των κοινών θνητών.
Οι "Επικίνδυνες σχέσεις" χαρακτηρίστηκαν ως "έργο εξοργιστικής ανηθικότητας", "βιβλίο άξιο θαυμασμού και κατάρας", ο δε συγγραφέας τους θεωρήθηκε ότι "επειδή σκιαγραφούσε τέρατα, έπρεπε να είναι τέρας ο ίδιος". Στον 20ό αιώνα το βιβλίο απέκτησε μεγάλη κριτική εκτίμηση και δημοτικότητα, αν και η ιδέα του "κινδύνου" και του σκανδάλου παρέμεινε. Έχουν γυριστεί τρεις κινηματογραφικές ταινίες -του Roger Vadim το 1959, του Stephen Frears και του Milos Forman το 1988-1989, ενώ ο Ανατολικογερμανός συγγραφέας Heiner Muller έγραψε το "Κουαρτέτο", θεατρικό έργο με βάση τις "Επικίνδυνες σχέσεις".
Ο τόμος συνοδεύεται από εκτενή εισαγωγή του Αντρέ Μαλρώ, εργοβιογραφία του συγγραφέα, ένα σχεδίασμα μελέτης του Μπωντλαίρ και ένα δοκίμιο του Τσβέταν Τοντόροφ.

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Λουίς Σολάνο - Οι βίαιες πράξεις και η λογική τους

Λουίς Σολάνο στο βιβλίο "Οι βίαιες πράξεις και η λογική τους", εκδ. Σάκουλα.

ΙV. Η ψυχαναλυτική πράξη
Όπως ήδη υπενθυμίσαμε, στο σεμινάριο «Η ψυχαναλυτική πράξη» ο Lacan ορίζει την πραγματική πράξη ως αυτό που έρχεται στη θέση ενός λέγειν και αλλάζει το υποκείμενο. Στην πράξη υπάρχει η καθαίρεση του υποκειμένου που την εγκαθιδρύει. Όσον αφορά την πραγματική πράξη, η οποία δεν συγχέεται με οτιδήποτε είναι της τάξης της δράσης, υπάρχει, όπως αναφέραμε, ο θάνατος του υποκειμένου. Η πράξη εμπερικλείει λοιπόν την απόρριψη του ασυνειδήτου, εδώ δηλαδή τα διφορούμενα του σημαίνοντος, τα διφορούμενα της σκέψης, της ομιλίας και του λόγου, δεν έχουν καμία πλέον θέση.

Στην αναλυτική διαδικασία ο αναλυτής δεν μπορεί να ενεργεί παρά από τη θέση τού «δεν σκέφτομαι». Από αυτήν και μόνον τη θέση μπορεί να είναι ο τελεστής ενός λόγου που θα επιτρέψει να εγκαθιδρυθεί η αναλυτική πράξη. Πρόκειται γι’ αυτό το «δεν σκέφτομαι» το οποίο έρχεται στη θέση του δρώντος και επιτρέπει την επαναστατική ανανέωση της έννοιας της αναλυτικής θεραπευτικής διάταξης επιβεβαιώνοντας ότι αυτή δεν εμπερικλείει παρά μόνον ένα υποκείμενο.

Η πραγματική πράξη δεν συμπεραίνεται και δεν υπάγεται σε τίποτε της τάξης του υπολογισμού. Η ψυχαναλυτική πράξη δεν είναι της τάξης της εγγύησης ούτε της τάξης της υπόθεσης. Η ψυχαναλυτική πράξη είναι της τάξης της βεβαιότητας, του ρίσκου… Σε κάθε περίπτωση, ο ψυχαναλυτής δεν υφίσταται ως υποκείμενο, δεν υπάρχει υποκείμενο πράξης. Στην πράξη το υποκείμενο είναι νεκρό.

Θεωρώ ότι η προαγωγή της έννοιας της ψυχαναλυτικής πράξης μπορεί να τοποθετηθεί στο επίπεδο του πέμπτου υποδείγματος, της «εντός του λόγου (discursive) απόλαυσης». Χρειάζεται να υπενθυμίσω ότι βρισκόμαστε σε μια χρονική στιγμή θεωρητικοποίησης της έννοιας του λόγου −μετά τον Μάη του ’68−, στο 17ο σεμινάριο του Lacan. Αυτό το σεμινάριο ο J.-A. Miller μας έμαθε να το διαβάζουμε ως μια «αρχική σχέση του σημαίνοντος με την απόλαυση». Πρόκειται για μια ιδιαίτερη στιγμή κατά την οποία εμφανίζεται στη σκηνή ένας νέος ορισμός του ασυνειδήτου, υπαγόμενος στο ηθικό επίπεδο, μεταφράσιμος ως «βούληση για είναι» (vouloir être). Στο οντολογικό επίπεδο ο όρος βούληση για είναι συνιστά μια τροπικότητα ηθικής τάξης σε σχέση με το είναι και με το μη-είναι.

Το ηθικό επίπεδο του ασυνειδήτου προϋποθέτει ότι στο εξής δεν μπορούμε πλέον να θεωρούμε ότι αυτό βρίσκεται ήδη εδώ. Το ηθικό επίπεδο του ασυνειδήτου προϋποθέτει, αντίθετα και θεμελιακά, ότι υπάρχει κάτι ανάμεσα στο είναι και στο μη-είναι που θέλει να πραγματωθεί, που θέλει να είναι. Τι θα επιτρέψει στο ασυνείδητο να πραγματωθεί; Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από μια νέα έννοια που σφυρηλατεί ο Lacan για να τη φέρει στη θέση της επιθυμίας του αναλυτή, δηλαδή την έννοια της πράξης του αναλυτή. Μόνο η πράξη του αναλυτή είναι αυτή που θα επιτρέψει την πραγμάτωση του ασυνειδήτου του υποκειμένου κατά τη διάρκεια της αναλυτικής διαδικασίας.

Ας πάμε τώρα σε ένα δεύτερο ερώτημα για να εστιάσουμε καλύτερα το θέμα μας. Με ποιον τρόπο η αναλυτική πράξη συνδέεται με τον τελεστή και με το στήριγμα της μεταβίβασης, δηλαδή με το καθ’ υπόθεσιν της γνώσης υποκείμενο (sujet supposé savoir); Από «Το συμπόσιο των αναλυτών» μάθαμε ότι η αναλυτική πράξη είναι εν μέρει συνδεδεμένη με τη ρωγμή του καθ’ υπόθεσιν της γνώσης υποκείμενο. Όπως λέει ο J.-A. Miller, η αναλυτική πράξη είναι αναγκαία εξαιτίας ενός παράδοξου: «Από τη μία πλευρά η μεταβίβαση στηρίζεται από το καθ’ υπόθεσιν της γνώσης υποκείμενο και από την άλλη το ασυνείδητο, και ειδικά το ασυνείδητο με την έννοια του ασυνειδήτου που ερμηνεύει, τη διαψεύδει».

Η ψυχαναλυτική πράξη προάγεται για να αναπληρώσει την έννοια της θέσης του αναλυτή για τον εξής λόγο: Η πραγματική πράξη είναι δημιουργική, θεμελιακή και πρωταρχική. Η αναλυτική πράξη είναι η απάντηση στη μη συνεκτικότητα του ασυνειδήτου. Ξεκινώντας από τη λογική συνεκτικότητα του αντικειμένου α, η ψυχαναλυτική πράξη έχει καθ’ ολοκληρίαν την ικανότητα να στηρίξει, μέσα από τη μεταβίβαση, το ασυνείδητο και τη μη συνεκτικότητά του ώστε επιτέλους να πραγματωθεί.

Η ψυχαναλυτική πράξη, αυτή που εμπερικλείει το σημαίνον και διαφοροποιείται ριζικά από τη δράση, αυτή που βρίσκεται σε άμεση σχέση με ό,τι απομένει από τη λογική συνεκτικότητα, αυτή η πράξη θα επιτρέψει κατά την αναλυτική διαδικασία να οδηγηθεί ένα υποκείμενο που συναινεί στην επαλήθευση και τροποποίηση της σχέσης του με το υπόλοιπο της απόλαυσης που περικλείεται μέσα στο σύμπτωμά του. Πρόκειται επίσης για το έκτο υπόδειγμα της απόλαυσης αυτό «της μη σχέσης» που ο J.-A. Miller τοποθετεί στο επίπεδο του σεμιναρίου «Encore» και βάσει του οποίου η ψυχαναλυτική πράξη εγγράφεται με αποφασιστικό τρόπο ως ένα μοναδικό εργαλείο.

Λόγω της δημιουργικής της ικανότητας, η πράξη είναι το καλύτερο μέσο για να επινοήσουμε καινούριους απαραίτητους συνδετικούς ιστούς, προϊόντα των επινοήσεών μας ως αναλυτών, μέσα στο κλινικό πεδίο της μη-δυάφυλης σχέσης (non rapport sexuel). Πρόκειται για αποτελεσματικά εργαλεία ώστε να αντιπαρατεθούμε στη ρουτίνα, που τόσο προσιδιάζει στην ψυχαναλυτική μας παράδοση, αλλά και σε αυτήν που ελλοχεύει στο δικό μας φροϋδικό Πεδίο.

Αυτό είναι το καθήκον του καθενός μας, αφού κανένας δεν εξαιρείται, ειδικά στη Σχολή μας, που εμπνέεται από τη διδασκαλία του Lacan: το καθήκον να επινοήσουμε εκ νέου την ψυχανάλυση.

Μετάφραση: Μαρίνα Φραγκιαδάκη