Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Το αντικείμενο α

Ο Φρόιντ επικαλείται για πρώτη φορά την έννοια του αντικειμένου στο έργο του «Τρία δοκίμια πάνω στη θεωρία της σεξουαλικότητας» όπου εκθέτει τη λαϊκή μυθοπλασία σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη ύπαρξη χωρίστηκε σε δύο μέρη: άνδρας και γυναίκα, που τείνουν έκτοτε να ενωθούν μέσω της αγάπης.

Απέχουμε πολύ από το αντικείμενο μικρό α του Λακάν και από το ήδη χαμένο αντικείμενο του Φρόιντ « (Τρία δοκίμια πάνω στη θεωρία της σεξουαλικότητας σελ. 132). Αυτό το αντικείμενο μπορεί να θεωρηθεί ότι χάθηκε μεταγενέστερα» και το «να συναντήσεις το σεξουαλικό αντικείμενο δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά να το ξαναβρείς». Δε μπορούμε να επιχειρήσουμε να δούμε περί τίνος πρόκειται όταν αναφερόμαστε στο αντικείμενο α του Λακάν – τη μοναδική επινόηση του, όπως λέει – χωρίς εκ των προτέρων να μιλήσουμε για τα μερικά αντικείμενα στον Φρόιντ.
Στην επεξεργασία που θ’ ακολουθήσει χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο τα κείμενα της «Μεταψυχολογίας» [Ενορμήσεις και το πεπρωμένο των ενορμήσεων, Τρία δοκίμια για τη θεωρία της σεξουαλικότητας, Η σεξουαλική ζωή]

Ο Φρόιντ και τα μερικά αντικείμενα / Σχέση και σύνδεσμος (ή σύνδεση ή δεσμός) αντικειμένου και ενόρμησης.
Όταν ο Φρόιντ γράφει «η ενόρμηση είναι ο ψυχικός αντιπρόσωπος μιας πηγής συνεχών ερεθισμάτων τα οποία προέρχονται από το εσωτερικό του οργανισμού» έχει σαν στόχο επίσης να τονίσει ότι το αντικείμενο της ενόρμησης είναι εκείνο με το οποίο και δια του οποίου μπορεί να επιτύχει το στόχο της. (Ενορμήσεις και πεπρωμένο των ενορμήσεων, 1915). Αφού ο Φρόιντ έκανε τη διάκριση ανάμεσα στις σεξουαλικές ενορμήσεις και τις ενορμήσεις του Εγώ, αντιλήφθηκε ότι το Εγώ μπορεί να εκληφθεί ως ένα σεξουαλικό αντικείμενο (διαστροφή) στη περίπτωση εκείνη όπου η ενόρμηση επιστρέφει στο ίδιο το πρόσωπο• κάνει λοιπόν τη διάκριση ανάμεσα σε ενορμήσεις του εγώ και σε ενορμήσεις του αντικειμένου ενώ πολύ σύντομα με τη θεωρία του ναρκισσισμού καταδεικνύει ότι το Εγώ συνιστά ένα είδος αληθινού αντικειμένου για το υποκείμενο. Κατά συνέπεια Εγώ και αντικείμενο πρέπει να τοποθετούνται στο ίδιο πλάνο όσον αφορά την ενόρμηση.
Η φύση του αντικειμένου
Στο νεογέννητο η πρώτη ενόρμηση η οποία πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιηθεί, είναι η στοματική ενόρμηση, της οποίας το αντίστοιχο μερικό αντικείμενο είναι το στήθος.Το μητρικό στήθος μπορεί να προκαλέσει ικανοποίηση σε μια στιγμή όπου το παιδί δεν έχει κάνει ακόμα τη διαφοροποίηση ανάμεσα στο Εγώ του και τον εξωτερικό κόσμο δηλαδή «εγώ κι εσύ είμαστε ένα και το αυτό» (Δυσφορία στον πολιτισμό, σελ 80)
Το βρέφος βιώνει τη σχέση του με το στήθος σαν να είναι δικό του, είναι το δικό του αντικείμενο, ένα μέρος από το ίδιο, το οποίο θα πρέπει να μάθει να το χάνει σαν τέτοιο. (θα πρέπει να μάθει να ζει με την απώλεια του).Το στήθος δεν είναι πάντα διαθέσιμο, η παρουσία του εξαρτάται άμεσα από τις εκδηλώσεις του παιδιού• αυτό το αντικείμενο που αρχικά βιώθηκε ως τμήμα του ίδιου του παιδιού, αποδεικνύεται, σε αντίθεση με μερικές πηγές ερεθισμάτων που προσλαμβάνει ανά πάσα στιγμή από τα ίδια του τα όργανα που διεγείρουν τις αισθήσεις του, ότι εμφανίζεται με διαλείψεις, κατά τρόπο καπριτσιόζικο.
Αυτό το αντικείμενο εμφανίζεται φευγαλέα, εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται περιοδικά μέσα από σκιρτήματα συνοδευόμενα από κραυγές. Εμφανίζεται ιδιαίτερα μέσα από εξωτερικά γεγονότα συνυφασμένα αναπόφευκτα με πόνους και κακουχίες. Το Εγώ τοποθετείται έτσι για πρώτη φορά απέναντι σ’ ένα αντικείμενο μ’ άλλα λόγια απέναντι σε κάτι το εξωτερικό το οποίο βρίσκεται έξω από το ίδιο. Αυτό το χαμένο αντικείμενο γίνεται αργότερα το πρωτότυπο του αντικειμένου που αναζητείται και που είναι ήδη χαμένο. Στοματικό αντικείμενο (στήθος), πρωκτικό (οπίσθια), βλεπτικό (βλέμμα) και φωνή συνιστούν τις μερικές «εκλάμψεις» του σώματος. Στον Φρόιντ συρρικνώνονται σε τέσσερα τα αντικείμενα.
Η ενόρμηση μετακινείται από το ένα αντικείμενο στο άλλο σύμφωνα με το πεπρωμένο της. Το αντικείμενο της ενόρμησης διακρίνεται από το αντικείμενο της ανάγκης, πρόκειται για ένα γεγονός γλωσσικής τάξης όπως διαφωτίζεται από την περίπτωση ενός γερμανόφωνου υποκειμένου που μεγάλωσε στη Μεγάλη Βρετανία (το οποίο έχει ξεχάσει τη γλώσσα) και για το οποίο η κατά ανάγκη συνθήκη της σεξουαλικής του επιθυμίας ήταν η παρουσία ενός glanz (λαμπύρισμα) πάνω στη φετιχοποιημένη μύτη του προσώπου που επιθυμούσε. Glance στα αγγλικά σημαίνει βλέμμα και η ανάλυση αυτού του υποκειμένου θα καταδείξει ότι αυτή η fixation (εστίαση-προσκόλληση) εγγράφετο όχι με όρους εικόνας αλλά γραφής.
Φρόιντ, το αντικείμενο της αγάπης και το αντικείμενο ταύτισης
Μετά το αντικείμενο της ενόρμησης, αναφερόμαστε στο αντικείμενο της αγάπης.
Ο Φρόιντ γνωρίζει ότι η αγάπη δεν μπορεί να προσομοιωθεί με μια απλή μερική ενόρμηση (σαδισμός, ηδονοβλεψίας) αλλά δε θα αντιπροσώπευε ούτε όμως την έκφραση μιας «ολικής σεξουαλικής τάσης» η οποία επί πλέον δεν υφίσταται (Ενορμήσεις, πεπρωμένο των ενορμήσεων, 1915)
Ο Λακάν διευκρινίζει (σελ. 60 Σεμιναρίου ΧΙ) «Το άρθρο από την αρχή ως το τέλος είναι έτσι καμωμένο ώστε να καταδεικνύει ότι από την οπτική της βιολογικής σκοπιμότητας της σεξουαλικότητας δηλαδή την αναπαραγωγή του είδους, οι ενορμήσεις έτσι όπως παρουσιάζονται στη διαδικασία (διαμόρφωση) της ψυχικής πραγματικότητας είναι μερικές ενορμήσεις»
Κατά συνέπεια το πεπρωμένο της αγάπης είναι πιο σύνθετο από αυτό της ενόρμησης: μπορεί σίγουρα να στρέφεται προς το ίδιο πρόσωπο αλλά μπορεί επίσης να μεταμορφωθεί σε μίσος. (Ευχαρίστηση – δυσαρέσκεια): Είναι δηλαδή ένα πάθος του ολικού εγώ ενώ οι ενορμήσεις μπορούν να λειτουργήσουν κατά τρόπο ανεξάρτητο, αυτοερωτικό πριν καν τη συγκρότηση του Εγώ. Το αντικείμενο της αγάπης είναι ένα μανδύας του αντικειμένου της ενόρμησης.
Για τον Φρόιντ, υπάρχει, αν όχι πρωτοκαθεδρία της γενετήσιας ορμής σίγουρα πρωτοκαθεδρία του φαλλού που εισέρχεται στο παιχνίδι της αγάπης δια μέσου του συμπλέγματος του ευνουχισμού ( -φ).
Το παιδί φαντάζεται ότι η μητέρα του διαθέτει ένα φαλλό και αρέσκεται να ταυτίζεται με αυτό το φαντασιακό όργανο αλλά μετά την ανακάλυψη της πραγματικής στέρησης της μητέρας, εγκαθίσταται σ’ αυτό η ιδέα της απειλής του ευνουχισμού που στη συνέχεια η συνέπεια είναι δομική για τη συγκρότησή του και συμβάλλει στην έξοδο από το οιδιπόδειο. Η συμβολοποίηση από το παιδί αυτής της έλλειψης και της πραγματικής ανεπάρκειας που πρέπει να καλυφθεί είναι καθοριστικά για να υποχρεωθεί το παιδί να εγκαταλείψει τις όποιες προθέσεις του προς τη μητέρα.
Παρ’ όλα αυτά κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε μια αιμομικτική προσκόλληση ανάμεσα στη μητέρα όπως και στη διάκριση ανάμεσα σε ένα κύμα τρυφερότητας προς το εξιδανικευμένο αντικείμενο και ένα κύμα αισθαντικότητας για το απαξιωμένο αντικείμενο. Γι’ αυτό συχνά οι άντρες «εκεί που αγαπούν δεν επιθυμούν και εκεί που επιθυμούν δεν αγαπούν». Αυτός ο διαχωρισμός ανάμεσα σε αγάπη και επιθυμία αναπαράγει τη διάκριση ανάμεσα σε ενορμήσεις της αυτοσυντήρησης (της ανάγκης) και της σεξουαλικής ενόρμησης (της ζωής).
Ό,τι διαταράσσει την ομοιοστατικότητα του Εγώ, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια γίνεται μισερό, ενώ κάθε αντικείμενο που δίνει ευχαρίστηση, ως ξένο (προς το εγώ) απειλεί επίσης τον εφησυχασμό του εγώ που καλώντας μια γερή δόση μίσους (αναφ. Melanie Klein η οποία διαχωρίζει τα αντικείμενα σε καλά και κακά). Ο Λακάν εντάσσει αυτό το διχασμό στο υποκείμενο το οποίο τελικά διχάζεται από το αντικείμενο. Το αντικείμενο μικρό α → αίτιο της επιθυμίας, που προκαλεί την επιθυμία.
Κλινική απεικόνιση: Η περίπτωση της νεαρής ομοφυλόφιλης, Νεύρωση, ψύχωση και διαστροφή.
Η σχέση αντικειμένου στη νεαρή ομοφυλόφιλη
Η κλίση προς τις γυναίκες είναι συνδεδεμένη με μια παρέκκλιση της σχέσης της με το αντικείμενο. Αυτή η νεαρά κοπέλα, λέει ο Φρόιντ, εισήλθε στο Οιδιπόδειο με το κλασσικό τρόπο αλλά στη συνέχεια υποκατέστησε τον πατέρα της με τον λίγο μεγαλύτερο από αυτή αδελφό της. Στο 16ο έτος όμως της ηλικίας της όταν σε μια στιγμή όπου ξαναζεί μια χρονική περίοδο της παιδικής της ηλικίας, η μητέρα της φέρνει στον κόσμο ένα δεύτερο μικρό αδελφό, εγκαταλείπει ξαφνικά την αγάπη προς τον πατέρα της τον οποίο αρχίζει πλέον να τον μισεί με βιαιότητα και μεταφέρει την παθιασμένη της τρυφερότητα προς τη μητέρα της – αυτή που έφερε στον κόσμο ένα τρίτο παιδί – και εκφράζει αυτό το πάθος «μεταφέροντας το σε μια γυναίκα υποκατάστατο της μητέρας της» (σελ. 255). Η εξήγηση που δίνει ο Φρόιντ είναι η ακόλουθη: η νεαρή κοπέλα επιθυμούσε ένα παιδί από τον πατέρα αλλά είναι η αντίζηλος, η μισητή ανταγωνίστρια στο επίπεδο του ασυνειδήτου που το επιτυγχάνει. «Απαξιωμένη και πικρόχολη» λέει ο Φρόιντ «ζώντας θα μπορούσε να πούμε προδομένη από τον πατέρα, τον αποστρέφεται όπως κατά συνέπεια και τον άνδρα γενικότερα• απορρίπτει τη θηλυκότητα της και ψάχνει και ψάχνει να εναποθέσει τη libido της σ’ ένα άλλο ερωτικό πλαίσιο (σελ. 257). Αγαπάει εξ άλλου με ανδρικό τρόπο και υιοθετεί μια ανδρική στάση απέναντι στην επιλογή της γυναίκας, φθάνοντας μέχρι το σημείο να σκέπτεται πως θα σώσει την Κυρία που ζει με έκλυτο τρόπο.
Ιδού λοιπόν πώς πραγματοποιείται η αναστροφή στην επιλογή του αντικειμένου• ο Φρόιντ εξηγεί επιπλέον λέγοντας ότι στην αντιπαλότητα με τη μητέρα της, η νέα κοπέλα αφήνει τη θέση της παραχωρώντας τους άνδρες σ’ εκείνη η οποία αρέσκεται ακόμα να περιβάλλεται από αυλικούς.
Η νεαρά απομακρύνει έτσι ένα εμπόδιο που της κόστισε μέχρι στιγμής την κακοήθεια της μητέρας της, η οποία όχι μόνο δεν ήταν στοργική μαζί της αλλά την περιφρονούσε κιόλας. Υποχώρηση μπρος στην αντιπαλότητα που μας παραπέμπει στην καταστροφική εχθρικότητα ανάμεσα σε μητέρα και κόρη και στη δειλία της νεαρής κοπέλας μπρος στην επιθυμία της. Επιλέγοντας λοιπόν την «Κυρία» καταφέρνει με την αλλαγή στην επιλογή αντικειμένων όπως και με την εγκατάλειψη της επιθυμίας να σηκώσει το ανάστημα της απέναντι στη μητέρα της.
Η επιλογή της κυρίας
Αυτή η αγαπημένη κυρία, η Κυρία δεν έχει παιδί αντίθετα με τις γυναίκες που μέχρι τότε ερωτεύονταν, οι οποίες ήταν όλες μάνες. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι αυτή η γυναίκα έμοιαζε πολύ φυσιογνωμικά με το μεγαλύτερο αδελφό της «φιγούρα εκθαμβωτική, αυστηρή ομορφιά και τρόποι τραχείς» που και η ίδια υιοθέτησε. (σελ. 253).
Ο Φρόιντ επιμένει στην πιθανή ταύτιση της Κυρίας με ορισμένα χαρακτηριστικά του πρωτότοκου αδελφού, κάτι που ενδυναμώνει την υποστήριξη της ομοφυλόφιλης θέσης δίνοντας πράγματι «ικανοποίηση» λέει ο Φρόιντ, στην ετεροφυλόφιλη πλευρά της libido, προσκείμενης ακόμα στον αδελφό της (σελ. 258).
Εκείνο που ελκύει περισσότερο δεν είναι το καθεστώς της μητέρας αλλά εκείνο της γυναίκας με την ανδροπρεπή εμφάνιση.
Το αντικείμενο α στο Λακάν
Η προσέγγιση μου προέρχεται από την ανάγνωση του Σεμιναρίου Χ «Η αγωνία», του Σεμιναρίου ΧΙ, του Σεμιναρίου RSI (πραγματικό – συμβολικό – φαντασιακό), της Ραδιοφωνίας και το σεμινάριο της Colette Soller 2005/6.
Καταγωγή του αντικειμένου μικρού α
Μόλις είδαμε πως ο Φρόιντ μιλάει για το αντικείμενο της ενόρμησης, το αντικείμενο της αγάπης, υπάρχει κάτι με το οποίο ταυτιζόμαστε, κάτι το οποίο μας προσδιόρισε (καθόρισε) εμφανώς ή μη. Το αντικείμενο δεν εμφανίζεται σαν τέτοιο στον αισθητό κόσμο. Από πού λοιπόν βγαίνει; Από πού λοιπόν προέρχεται αυτό το αντικείμενο μικρό α, αίτιο της επιθυμίας, μη αναπαριστώμενο, ανυπότακτο στη συμβολοποίηση, στην αναπαράσταση που δεν επαληθεύεται παρά μόνο στη θεραπεία (αγωγή), μόνο μετά την αγωγή; «Δεν παράγεται παρά μόνο μέσα στην ψυχανάλυση του καθενός» λέει ο Λακάν αλλά έχει θεωρητικούς που προηγήθηκαν, όπως η θεωρία της λίμπιντο, της ενόρμησης, της σχέσης του αντικειμένου, ενώ το μικρό α προέρχεται από την αναλυτική θεωρία του Λακάν. Δεν είναι απόρροια του πολιτισμικού γίγνεσθαι.
Συναγώγιμο, είπαμε δηλαδή το καθεστώς του (η υπόσταση του) συνάγεται από τη λογική της ανάλυσης. Η λογική «υπόσταση» λέει ο Λακάν αλλά όχι η οποιαδήποτε: εκείνη της έλλειψης. Το αντικείμενο είναι κατ’ αρχήν αυτό που λείπει. Ο Λακάν το λέει όταν δηλώνει ότι «παρήγαγε τη μοναδική ιδέα που μπορούμε να συλλάβουμε για το αντικείμενο, αιτίου της επιθυμίας, δηλαδή αυτό που λείπει» [Εισαγωγή στην αγγλική έκδοση του Σεμιναρίου ΧΙ – ιη στα Άλλα Γραπτά.]
Ας πάρουμε το σχήμα της συγκρότησης του υποκειμένου (Σεμινάριο «Η Αγωνία») :

( πρωταρχικός Αλλος Α Σ (υποκείμενο ακόμα ανυπόστατο του λόγου) χωρίς διχασμό, πρωτογενής
(διχασμένο από το λόγο υποκεί- απόλαυση, μυθική)μενο σημαδεμένο από το Σ Α (ασυνείδητο, ο Α ως ελλείπων, ενοποιό χαρακτηριστικό και αγωνία του υποκειμένου του σημαίνοντος στο μπρος την επιθυμία του Αλλου, πεδίο του Άλλου) το che vuoi ) (υπόλοιπο του διχασμού, α Επιθυμία μη σημαίνον )
Το αντικείμενο εκπίπτει, αποκομμένο από τη γλώσσα. Είναι χωρίς εικόνα, χωρίς όνομα, χωρίς ορισμό. Μπορούμε να δούμε τη διαφορά με το αντικείμενο που το παιδί προσφέρει στη μητέρα όπως λ.χ. τα κακά.
Εδώ όταν εκπίπτει το αντικείμενο πρόκειται για το αποχωρισμό ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο, ότι από το είναι δεν περνάει μέσα από το σημαίνον.Αυτός ο αποχωρισμός συσχετίζεται με την αναδιανομή του σώματος μέσα από την εκκένωση της απόλαυσης, και αντικειμένου.
Φύση του αντικειμένου μικρού α
Ας μιλήσουμε πάλι για το αντικείμενο στήθος. Το αντικείμενο μικρό α δεν εντοπίζεται στην προέλευση της στοματικής ενόρμησης. Ο Λακάν εκτιμά ότι καμιά τροφή δεν μπορεί να ικανοποιήσει το αίτημα του στήθους, δηλαδή το αντικείμενο δημιουργείται με το αίτημα πέρα απ’ την ανάγκη που την κινητοποιεί• το αίτημα είναι γλωσσικής τάξης και το αντικείμενο είναι πιο πολύτιμο για το υποκείμενο απ’ ότι η ικανοποίηση που προσφέρει η τροφή, το γάλα.
Αυτό το επερχόμενο αντικείμενο είναι η απόλυτη συνθήκη της ύπαρξης του σαν επιθυμούν υποκείμενο, είναι η συνθήκη για την ανάδυση του υποκειμένου στο πεδίο του Άλλου της γλώσσας (Ραδιοφωνία) το status του δεν είναι εμπειρικό.
Αν αναφερθούμε στη σελ. 60 του Σεμιναρίου ΧΙ ο Λακάν μας δίνει την ευκαιρία να καταλάβουμε περί τίνος πρόκειται. Μας λέει με αφορμή το παιχνίδι του fort-da του εγγονού του Φρόιντ.
«Ο Φρόιντ όταν εντοπίζει την επανάληψη στο παιχνίδι του εγγονού του, επανάληψη του for-da μπορεί να υπογραμμίσει ότι το παιδί επωμίζεται τη συνέπεια της εξαφάνισης της μητέρας παίρνοντας το ίδιο ενεργή θέση. Αυτό το φαινόμενο είναι δευτερεύον. Ο Wallon υπογραμμίζει ότι το παιδί δεν εστιάζει την προσοχή του στο σημείο όπου η μητέρα του βγαίνει από την πόρτα περιμένοντας να την ξαναδεί αλλά πολύ πριν απ’ αυτό το σημείο όπου το άφησε εκεί που το εγκατέλειψε εστιάζει την επαγρύπνηση του. Η ρωγμή [.......] όπου αυτό εκπίπτει δεν είναι ο άλλος ως φιγούρα στην οποία προβάλλεται το υποκείμενο αλλά αυτή η μπομπίνα συνδεδεμένη μαζί του με την κλωστή που το κρατάει – όπου εκφράζεται ό,τι αποκολλάται από το ίδιο σ’ αυτή τη δοκιμασία του αυτοακρωτηριασμού [........]. Αυτή η μπομπίνα [........] είναι κάτι που αποκολλάται από το υποκείμενο όντας ακόμα κρατημένο από πάνω του. Είναι αυτό που λέμε, κατά μίμηση του Αριστοτέλη, «ο άνθρωπος σκέπτεται με το αντικείμενο του».
Μερικά λόγια με αφορμή τη νεαρή ομοφυλόφιλη την οποία ο Λακάν επανεπεξεργάζεται στο σεμινάριο ΧΙ αυτή η κοπέλα, απογοητευμένη που δεν απέκτησε η ίδια το παιδί που επιθυμούσε απ’ τον πατέρα, ταυτίζεται με το αντικείμενο, απόλυτη ταύτιση του υποκειμένου μ’ αυτό στο οποίο συρρικνώνεται.
Αυτό συμβαίνει στην κοπέλα τη στιγμή της «συνάντησης» μας λέει ο Λακάν. Αυτή η συνάντηση με τον πατέρα της λαμβάνει χώρα πάνω στη μικρή γέφυρα όπου βρίσκεται παρέα με την «Κυρία» και το βλέμμα απ’ τη μεριά του πατέρα και η αποχώρηση της την παρασύρει στο να δρασκελήσει το παραπέτο της γέφυρας.
Δύο λόγια για τα αντικείμενα της κατανάλωσης στον κόσμο, αντικείμενα που μας κατακλύζουν και συμπαρασύρουν το αντικείμενο της έλλειψης, έλλειψη στο να απολαμβάνει κανείς, λέει ο Λακάν. Εάν υφίσταται παραγωγή δεν πρόκειται για την παραγωγή της απόλαυσης αλλά της έλλειψης, της έλλειψης της απόλαυσης δηλαδή μια υπεραπόλαυση βγαλμένη από την έλλειψη του να απολαμβάνεις.
Ο καταναλωτικός πολιτισμός μας, αντικαθιστά το «σου ζητώ ν’ αρνηθείς αυτό που προσφέρω γιατί δεν είναι αυτό» που είναι το ίδιο της ανάγκης με το «σου ζητώ να δεχθείς να αγοράσεις αυτό που σου προσφέρω γιατί αυτό είναι (που θέλεις)»
Σε τί συνίσταται η προσφορά της ανάλυσης; Όχι στο να δώσει στον αναλυόμενο το επί πλέον αντικείμενο αλλά το ελάττον «πρέπει να το προσφέρει στον αναλυόμενο» λέει ο Λακάν. Τελικά πρόκειται για μια τεχνική της άρνησης την οποία χειρίζεται ο αναλυτής. Μ’ αυτή την έννοια η ανάλυση είναι μια τεχνική της χρήσης της απάντησης στο αίτημα η οποία επανεγκαθιστά τη διαχωριστική λειτουργία του αντικειμένου.
Μετά απ’ αυτές τις προσεγγίσεις οφείλουμε να πούμε ότι το αντικείμενο μικρό α συμπυκνώνει ταυτόχρονα το χαμένο αντικείμενο του Φρόιντ, αντικείμενο που υπολείπεται, «αντικείμενο έλλειψης» το οποίο όπως λέει ο Λακάν είναι πράγματι η παρουσία ενός κενού το οποίο μπορεί να καταλάβει οποιοδήποτε αντικείμενο (Σεμινάριο ΧΙ) και το αντικείμενο της επιθυμίας.

Το αντικείμενο μικρό α στους Βορόμβιους κόμβους (1974 – 75)
Ο Λακάν θέτει σε σειρά το Πραγματικό, το Συμβολικό και το Φαντασιακό αποκτώντας το καθένα την αξία του ως ένα και μοναδικό στη σειρά (σελ. 13). Η τάξη του Πραγματικού τοποθετείται στην πλευρά της ζωής, το Συμβολικό είναι κάτι το οποίο δε συρρικνώνεται και το οποίο δε νοηματοδοτείται μέχρι τέλους, είναι απ’ την πλευρά του θανάτου, ενώ το Φαντασιακό αντλεί την καταγωγή του από το σώμα.
Αυτοί οι τρεις όροι είναι εξατομικευμένοι στη γλωσσική τους έκφανση και η ύ-παρξη υποστηρίζεται από το τι στον καθένα απ’ αυτούς τους όρους είναι διάτρητο. Στο Συμβολικό είναι το απωθημένο, ενώ κάτι το διάτρητο υπάρχει επίσης στο Πραγματικό καθώς και στο Φαντασιακό. Αυτοί οι τρεις όροι δεν είναι υποστάσεις αλλά λειτουργούν σαν καθαρή συγκρότηση, δηλαδή στο βαθμό που κρατιούνται μεταξύ τους, συνιστώνται.
Ο Λακάν συνδέει αυτούς τους τρεις όρους και τους παρουσιάζει με τον Βορόμβιο κόμβο. Ο Βορόμβιος κόμβος είναι μια κατασκευή την οποία η αναλυτική εμπειρία επιτρέπει να αντιληφθούμε και « σ’αυτό συνίσταται η αξία της(σελ. 14).
Οι τρεις αυτοί όροι είναι δεμένοι μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο που εάν κόψουμε τον ένα οι άλλοι δύο καταλύονται. Ο Λακάν επικαλείται τους δύο κύκλους του Συμβολικού και του Φαντασιακού να διαπερνούνται κατά τέτοιο τρόπο από το Πραγματικό ώστε να παράγεται ένα μπλοκάρισμα. Στο κέντρο αυτού του μπλοκαρίσματος βρίσκεται το αντικείμενο μικρό α.
Εν είδει συμπεράσματος
Ο Λακάν ξαναμετάφρασε το Φροϋδικό ασυνείδητο με 3 όρους Σ1 , Σ, Σ2 αλλά προσθέτει θεωρητικά έναν τέταρτο – ο οποίος συνάγεται απ’ την ανάλυση – το αντικείμενο μικρό α, θεωρώντας ότι κάθε ψυχική πραγματικότητα έχει ρηματική δομή.
Το Φροϋδικό διάβημα είναι αυτό του ελεύθερου συνειρμού – καμιά σχέση με εξομολόγηση ή με μαρτυρία - σε αντίθεση με το λακανικό που λειτουργεί ο ψυχαναλυτής σαν αντικείμενο α ως παράγον αίτιο α  Σ .    Σ2    Σ1


Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Édouard Manet

Édouard Manet (né à Paris le 23 janvier 1832 - mort à Paris le 30 avril 1883) est un peintre français majeur de la fin du XIXe siècle. Initiateur de la peinture moderne qu'il libère de l'académisme[1], Édouard Manet est à tort considéré aujourd’hui comme l'un des pères de l'Impressionnisme[2] : il s'en distingue en effet par une facture soucieuse du réel qui n'utilise pas (ou peu) les nouvelles techniques de la couleur et le traitement particulier de la lumière. Il s'en rapproche cependant par certains thèmes récurrents comme les portraits, les paysages marins, la vie parisienne ou encore les natures mortes, tout en peignant de façon personnelle, dans une première période, des « scènes de genre » (sujets espagnols et odalisques par exemple).

Refusant de suivre des études de droit et échouant à devenir officier de marine, le jeune Édouard Manet entre en 1850 à l'atelier de Thomas Couture où il commence sa formation de peintre, et dès 1860, il présente ses premières toiles parmi lesquelles : Portrait de M. et Mme Auguste Manet.

Ses tableaux suivants, Lola de Valence, L'Homme mort, Combat de taureau, Le Déjeuner sur l'herbe ou Olympia, font scandale. Manet est rejeté des expositions officielles, il joue alors un rôle de premier plan dans la « bohème élégante ». Il y fréquente des artistes qui l'admirent comme Henri Fantin-Latour ou Edgar Degas et des hommes de lettres comme le poète Charles Baudelaire ou le romancier Émile Zola dont il peint un portrait resté célèbre[3]. C'est aussi à cette époque qu'il peint Le Joueur de fifre (1866), le sujet historique de L'Exécution de Maximilien (1867) inspiré de la gravure de Francisco de Goya. Son œuvre comprend aussi des marines comme Clair de lune sur le port de Boulogne (1869) ou des courses : Les Courses à Longchamp en 1864 qui valent au peintre un début de reconnaissance.

Après la guerre franco-prussienne de 1870 à laquelle il participe, Manet soutient les Impressionnistes parmi lesquels il a des amis proches comme Claude Monet, Auguste Renoir ou Berthe Morisot qui devient sa belle-sœur et dont il fera le célèbre portrait Berthe Morisot au bouquet de violettes (1872). A leur contact il délaisse en partie la peinture d'atelier pour la peinture en plein air à Argenteuil et Gennevilliers, où il possède une maison, et sa palette s'éclaircit comme en témoigne Argenteuil de 1874. Il conserve cependant son approche personnelle faite de composition soignée et de souci du réel, et continue à peindre de nombreux sujets, en particulier des lieux de loisir comme Au Café (1878), La Serveuse de Bocks (1879) et sa dernière grande toile Un bar aux Folies Bergère (1881-1882), mais aussi le monde des humbles (Paveurs de la Rue Mosnier, 1878) ou des autoportraits (Autoportrait à la palette, 1879).

Il peint aussi des natures mortes : souvent réalisées pour des raisons financières (Manet parvenait plus facilement à les écouler que ses portraits), elles n'en montrent pas moins le grand art du peintre, qui parvient à représenter fleurs, fruits et légumes dans une véritable mise en scène dramatique. Manet effectue aussi des portrait de femmes, (Nana, 1877, Femme blonde avec seins nus, 1878) ou de ses familiers comme le poète Stéphane Mallarmé en 1876 ou Georges Clemenceau en 1879-1880. Il est alors de plus en plus reconnu et reçoit la Légion d'honneur le 1er janvier 1882. Cependant, victime de syphilis et de rhumatismes, il souffre, à partir de 1876, de sa jambe gauche qu'il faudra amputer.

Édouard Manet meurt de la gangrène à 51 ans en 1883 et laisse plus de quatre cents toiles, des pastels, esquisses et aquarelles. Ses plus grandes œuvres sont aujourd'hui visibles dans tous les musées du monde, particulièrement au Musée d'Orsay à Paris.