Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Ράινερ Μαρία Ρίλκε - 1903

Βορπσβέντε, κοντά στη Βρέμη, 16 Ιουλίου 1903
Είστε τόσο νέος, τόσο πριν από κάθε αρχή, ώστε θα ήθελα, όσο μου είναι δυνατόν, να σας παρακαλέσω να έχετε υπομονή για όλα τα άλυτα προβλήματα της καρδιάς σας και να προσπαθήσετε να αγαπήστε τα ίδια σας τα ερωτήματα σαν κλειστά δώματα και σαν βιβλία που είναι γραμμένα σε μια πολύ ξένη γλώσσα. Μην ψάχνετε τώρα για εκείνες τις απαντήσεις που δεν είναι δυνατόν να σας δοθούν, γιατί απλούστατα, δεν θα μπορούσατε να τις βιώσετε. 'Αλλωστε, αυτό είναι που μας ενδιαφέρει: να βιώνουμε τα πάντα. Τώρα βιώνετε τα ερωτήματα. 'Ισως αργότερα μπορέσετε, σιγά σιγά και χωρίς να το αντιληφθείτε, να βιώσετε τις απαντήσεις. 'Ισως φέρνετε μέσα σας τη δυνατότητα, ως έναν εξαιρετικά ευτυχή και αγνό τρόπο ζωής, να δημιουργείτε και να πλάθετε. διαπαιδαγωγήστε τον εαυτό σας προς τούτο - όμως δεχθείτε οτιδήποτε σας παρουσιάζεται με μεγάλη εμπιστοσύνη, και όταν ακόμη προέρχεται από τη δική σας βούληση, από κάποια ανάγκη του εσωτερικού σας κόσμου. δεχθείτε το και μην μισείτε τίποτε. Η σάρκα είναι δύσκολο πράγμα. αυτό είναι βέβαιο. 'Όμως, οτιδήποτε πήραμε από τους παλαιότερους, είναι δύσκολο. σχεδόν καθετί το σημαντικό είναι δύσκολο, και σημαντικά είναι τα πάντα. Αν μόνον αυτό αντιληφθείτε και φτάσετε στο σημείο εσείς ο ίδιος, από την ευφυία και το ποιόν σας, από τις εμπειρίες σας, την παιδική σας ηλικία και από τη δύναμή σας να αποκτήσετε μια τελείως δική σας [από παράδοση και ήθη ανεπηρέαστη] σχέση με τη σάρκα, τότε δεν πρέπει να φοβάστε πλέον μην τυχόν χαθείτε ή μην τυχόν φανείτε ανάξιος του πιο ακριβού σας αγαθού.

Η σαρκική ηδονή είναι ένα αισθητηριακό βίωμα, τίποτε παραπάνω απ' ό,τι η αγνή ματιά ή η αγνή, απλή γεύση που χαρίζει στη γλώσσα ένας όμορφος καρπός. αυτό είναι μια μεγάλη, απέραντη εμπειρία που μας παρέχει μια από τις γνώσεις για τον κόσμο: την πληρότητα και τη λαμπρότητα της γνώσης γενικά, και δεν είναι κακό επειδή την κοινωνούμε. κακό είναι επειδή σχεδόν όλοι κακοποιούν και σπαταλούν και χρησιμοποιούν σαν διεγερτικό αυτές τις εμπειρίες στις κουρασμένες στιγμές της ζωής τους και σαν διασκέδαση, και όχι σαν περισυλλογή για εξύψωση. Οι άνθρωποι βέβαια μετέτρεψαν ακόμη και την τροφή σε τούτο: η στέρηση από τη μια, και η αφθονία από την άλλη, θόλωσαν, κυριολεκτικά, τη διαύγεια αυτής της ανάγκης. το ίδιο θολές έγιναν όλες οι μεγάλες, απλές ανάγκες όπου η ζωή ανανεώνεται. 'Ομως ο καθένας μπορεί να τις αποσαφηνίσει για το άτομό του και να τις βιώσει [και, αν όχι ο καθένας που συμβαίνει να είναι πάρα πολύ εξαρτημένος, τότε βεβαίως ο ερημίτης]. Αυτός μπορεί να φέρει στη μνήμη του ότι όλη η ομορφιά στα ζώα και στα φυτά είναι μια σιωπηλή, διαρκής μορφή της αγάπης και του πάθους, και δεν μπορεί να δει το ζώο όπως βλέπει και το φυτό: υπομονετικά και όλος θέληση να ενωθεί και να πολλαπλασιασθεί και να αυξηθεί, όχι από σαρκική ηδονή, όχι από σαρκικό πάθος. υποταγμένος σε αναγκαιότητες που είναι μεγαλύτερες από την ηδονή και το πάθος, και ισχυρότερες από τη θέληση και την αντίσταση. Να δεχόταν ο άνθρωπος ταπεινότερα αυτό το μυστικό, απ' αυτό που η Γης και τα πιο μικροσκοπικά της πράγματα είναι γεμάτα, και να το έφερνε μαζί του, να το δεχόταν αγόγγυστα και να αισθανόταν με περισσότερη σοβαρότητα πόσο φοβερά δύσκολο είναι παρά να το αντιμετωπίζει αψήφιστα! Ας έβλεπε μόνον με σεβασμό τη γονιμότητα που μόνον μία υπάρχει, είτε είναι πνευματική, είτε σαρκική. επειδή και η πνευματική δημιουργία κατάγεται από την υλική, είναι ομοούσιο πράγμα μ' αυτήν, αλλά βεβαίως μια λεπτότερη, γοητευτικότερη και περισσότερο αιώνια επανάληψη της σαρκικής ηδονής. "Η σκέψη ότι είσαι δημιουργός, ότι παράγεις, ότι διαμορφώνεις" είναι, χωρίς τη διαρκή, τη μεγάλη επιβεβαίωση και πραγμάτωσή της μέσα στον κόσμο, ένα Τίποτε, είναι, χωρίς τη μυριόπτυχη επιδοκιμασία από πράγματα και ζώα, ένα Τίποτε - και η απόλαυση που μας παρέχει είναι μόνον γι' αυτό το λόγο τόσο απερίγραπτα όμορφη και πλούσια, επειδή είναι γεμάτη από κληροδοτημένες θύμησες, από γόνεμα και γέννηση εκατομμυρίων. Στη σκέψη ενός δημιουργού επιζούν χιλιάδες ξεχασμένες ερωτικές νύχτες και τον γεμίζουν μεγαλείο και μέγεθος. Και αυτοί που σμίγουν τις νύχτες και αγκαλιάζονται μέσα στη λικνιστική ηδονή, επιτελούν ένα σημαντικό έργο και συγκεντρώνουν απολαύσεις, βάθος και δύναμη για το τραγούδι κάποιου μελλοντικού ποιητή που θα σηκωθεί κάποτε και θα μιλήσει για ανείπωτες χαρές. Και προσκαλούν το μέλλον. Και αν ακόμη κάνουν λάθος και αγκαλιάζονται στα τυφλά, το μέλλον θα έρθει οπωσδήποτε. 'Ενας νέος άνθρωπος ορθώνεται, και στην αρχή της σύμπτωσης, που εδώ φαίνεται ολοκληρωμένη, ξυπνάει ο Νόμος που οδηγεί κάθε ανθεκτικό, γερό σπέρμα προς το ωάριο που, ανοιχτό, το περιμένει. Μη σας παρασέρνει η επιφάνεια. στο βάθος τα πάντα είναι Νόμος. Και αυτοί που ζουν άστοχα και λειψά το μυστικό [και είναι πάρα πολλοί] το χάνουν μόνον για τον εαυτό τους και το δίνουν, χωρίς βεβαίως να γνωρίζουν, παρακάτω, όπως ένα κλειστό γράμμα. Και προπάντων μη σας βασανίζει το πλήθος των ονομάτων και η πολυπλοκότητα των διαφόρων περιπτώσεων. 'Ισως τα πάντα κυβερνάει μια μεγάλη μητρότητα, σαν ένας συλλογικός πόθος. Η ωραιότητα της παρθενίας, μιας ύπαρξης "που [όπως πολύ όμορφα το λέτε] δεν έδωσε ακόμη τίποτε", είναι μητρότητα που προαισθάνεται και προετοιμάζεται, που φοβάται και ποθεί. Και η ωραιότητα της μητέρας είναι η υπηρετούσα μητρότητα που στην ψυχή της γιαγιάς είναι πλέον μια μεγαλόπρεπη θύμηση. Και στον άντρα υπάρχει, μου φαίνεται, μητρότητα, σαρκική και πνευματική. Το γόνεμά του είναι επίσης ένα είδος γέννησης. Και είναι γέννηση, όταν δημιουργεί από εσώτατη πληρότητα. Και ίσως είναι τα γένη συγγενικότερα απ' ό,τι νομίζει κανείς, και η μεγάλη ανανέωση του κόσμου ίσως στηριχθεί σε τούτο, ότι ο άντρας και η γυναίκα, απελευθερωμένοι από όλα τα ψευδή συναισθήματα και δυσαρέσκειες, θα αποζητήσουν ο ένας τον άλλον, όχι πλέον σαν αντίπαλοι, αλλά σαν αδέρφια και καλοί γείτονες και θα σμίξουν, σαν άνθρωποι, για να σηκώσουν απλά, σοβαρά και υπομονετικά το βάρος της σάρκας που φέρνουν.

'Ομως τα πάντα, οτιδήποτε ίσως γίνει δυνατό κάποτε στους πολλούς, μπορεί ήδη τώρα να προετοιμάζει ο ερημίτης και να χτίζει με τα χέρια του που εξαπατούνται λιγότερο. Γι' αυτό, αγαπητέ κύριε, αγαπήστε τη μοναξιά σας και υπομείνετε τον πόνο που σας ποτίζει με συνήθως καλόηχο παράπονο. Αφού αυτοί που είναι κοντά σας, λέτε, είναι μακριά, τότε αυτό δείχνει ότι αρχίζουν να απομακρύνονται από σας. Και όταν η απόστασή σας μεγαλώσει, τότε η περίμετρός σας θα βρίσκεται ήδη κάτω από τα αστέρια και θα είναι πολύ μεγάλη. Χαρείτε αυτό το άπλωμά σας, όπου βέβαια κανέναν δεν μπορείτε να πάρετε μαζί σας. Και να είστε καλός μ' εκείνους που μένουν πίσω και να είστε σίγουρος και ήσυχος απέναντί τους και να μην τους τυραννάτε με τις αμφιβολίες σας και να μην τους τρομάζετε με την αδιαλλαξία ή τον ενθουσιασμό σας που, ενδεχομένως, δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν. Επιζητήστε μ' αυτούς μια κάποια απλή και πιστή επικοινωνία που δεν είναι ανάγκη να αλλάξει, επειδή εσείς θα διαμορφώνεστε συνεχώς. Αγαπήστε σ' αυτούς τη ζωή σε μια άλλη μορφή και να δείχνετε κατανόηση στους γέρους ανθρώπους που φοβούνται τη μοναξιά που εσείς της έχετε εμπιστοσύνη. Αποφεύγετε να τροφοδοτείτε το δράμα μεταξύ γονέων και παιδιών που είναι πάντα οξυμένο - αναλώνει τεράστια δύναμη των παιδιών και κατατρώει την αγάπη των γονέων που υπάρχει και ζεσταίνει ακόμα και όταν δεν μπορεί να καταλάβει. Μην απαιτείτε από αυτούς καμιά συμβουλή και ούτε να υπολογίζετε σε κάποια τους κατανόηση. όμως πιστέψτε σε μια αγάπη που διαφυλάγεται για σας ωσάν ένα κληροδότημα και πιστέψτε ότι σ' αυτή την αγάπη υπάρχει μια δύναμη και μια ευχή απ' όπου δεν πρέπει να απομακρυνθείτε με σκοπό να πάτε πολύ μακριά!
Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή, Μετάφραση Νίκος Παπασταϊκούδης, εκδ. Μπαρμπουνάκης, 1976

Τα δέκα γράμματα που έστειλε ο Ρίλκε στον νέο τότε ποιητή Φραντς Ξάφερ Κάπους θεωρούνται αποκαλυπτικά για τη γνώση του ποιητή και του κόσμου του. Ένα απόσπασμα λοιπόν, στο οποίο ο Ρίλκε κάνει λόγο για τη σαρκική ηδονή και τον έρωτα στην εξαγνισμένη του μορφή υποστηρίζοντας πως η ''γονιμότητα'' είναι μία, είτε είναι πνευματική είτε σαρκική. Γι' αυτό καταλήγει: ''Στη σκέψη ενός δημιουργού επιζούν χιλιάδες ξεχασμένες ερωτικές νύχτες και τον γεμίζουν μεγαλείο και μέγεθος. Και αυτοί που σμίγουν τις νύχτες και αγκαλιάζονται μέσα στη λικνιστική ηδονή επιτελούν ένα σημαντικό έργο και συγκεντρώνουν απολαύσεις, βάθος και δύναμη για το τραγούδι κάποιου μελλοντικού ποιητή που θα σηκωθεί κάποτε και θα μιλήσει για ανείπωτες χαρές''.

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Ophelia - William Shakespeare

H Οφηλία είναι χαρακτήρας στον Άμλετ από τον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Είναι μια νεαρή ευγενής κυρία της Δανίας, κόρη του Πολώνιου και αδελφή του Λαέρτη. Η Οφηλία του John Everett Millais (1852) αποτελεί μέρος της συλλογής Tate Gallery.
Άμλετ είναι ο τίτλος ενός από τα πιο γνωστά και πιο δημοφιλή θεατρικά έργα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, αλλά και το όνομα του κεντρικού χαρακτήρα του έργου. Ο πλήρης τίτλος του έργου είναι "The Tragicall Historie of Hamlet, Prince of Denmarke" (Η Τραγική Ιστορία του Άμλετ, Πρίγκιπα της Δανιμαρκίας). Η παλαιότερη καταγεγραμμένη παρουσίαση του έργου χρονολογείται τον Ιούλιο του 1202. Το 1603, το έργο παρουσιάστηκε στα Πανεπιστήμια του Κέμπριτζ και της Οξφόρδης. Στην Ελλάδα, για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο το 1937, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη, με Άμλετ τον Αλέξη Μινωτή. Το 1955, το έργο ξαναπαρουσιάστηκε από το Εθνικό Θέατρο, με τον Αλέξη Μινωτή σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή.
Η ιστορία του Δανού πρίγκιπα Άμλετ, που σχεδιάζει την εκδίκηση εναντίον του βασιλιά θείου του για τη δολοφονία του πατέρα του, που ήταν στο θρόνο, είναι αρκετά παλαιά και προέρχεται από το μεσαιωνικό μύθο του Άμλετ, που καταγράφεται στο έργο Gesta Danorum του Σάξο Γκραμάτικους γύρω στο 1200. Στο έργο του Γκραμάτικους βασίζονται οι "Τραγικές Ιστορίες", που εξέδωσε ανάμεσα στα 1570-1576 ο Φρανσουά ντε Μπελφορέ, στο οποίο βασίζεται το χαμένο έργο του Τόμας Κιντ "Ur-hamlet", από το οποίο πιθανότατα εμπνεύστηκε με τη σειρά του κι ο Σαίξπηρ.
Κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας είναι ο νεαρός Πρίγκιπας Άμλετ, που έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα του, Βασιλιά της Δανίας, ο οποίος πέθανε απροσδόκητα. Ο θείος του νεαρού Άμλετ, Κλαύδιος, ανεβαίνει στο θρόνο και παντρεύεται τη χήρα του αδερφού του, Γερτρούδη. Ο Άμλετ είναι δυσαρεστημένος από την άνοδο του θείου του στο θρόνο, τον οποίο θεωρεί πολύ κατώτερο και ανάξιο σύγκρισης με τον πατέρα του, και τον εσπευσμένο γάμο της μητέρας του, Γερτρούδης, με τον αδερφό του νεκρού συζύγου της. Ένα βράδυ, στους νυχτοφύλακες του Κάστρου Έλσινορ εμφανίζεται ένα φάντασμα που μοιάζει στο νεκρό Βασιλιά Άμλετ, εξαφανίζεται όμως πριν ακούσουν το μήνυμα που ήθελε να τους μεταφέρει. Ειδοποιείται ο Πρίγκιπας Άμλετ και το φάντασμα επανεμφανίζεται και του αποκαλύπτει ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε από τον Κλαύδιο και τον διατάζει να πάρει εκδίκηση. Ο Άμλετ σχεδιάζει να αποκαλύψει την ενοχή του Κλαύδιου παριστάνοντας τον τρελό. Από την τρέλα του Άμλετ έλκεται η προσοχή του Κλαύδιου και της Γερτρούδης, που βάζουν τους Ρόζεγκραντζ και Γκιλντεστέρν, παλιούς συμφοιτητές του Άμλετ, να τον παρατηρήσουν για να βρουν την αιτία της τρέλας του. Ο Πολώνιος, βασιλικός σύμβουλος, υποπτεύεται ότι αιτία της τρέλας του Άμλετ είναι η αγάπη του για την Οφηλία, την κόρη του. Ωστόσο, σε μια συνάντησή τους, όπου παρακολουθούνται, ο Άμλετ δε δείχνει να αγαπά την Οφηλία, καθώς της λέει να κλειστεί σε μοναστήρι.
Ο Άμλετ σχεδιάζει να ανεβάσει μια παράσταση που θα παρουσιάζει το φόνο του πατέρα του, σκοπεύοντας να ξεσκεπάσει τον Κλαύδιο. Κατά τη διάρκεια του έργου, ο Κλαύδιος αποχωρεί. Την κίνηση παρατηρεί ο Οράτιος, έμπιστος φίλος του Άμλετ, κι ο Άμλετ αποφασίζει να εκδικηθεί για το θάνατο του πατέρα του. Ετοιμάζεται να σκοτώσει τον Κλαύδιο, αλλά τον βρίσκει να προσεύχεται και σκέφτεται ότι αν τον σκοτώσει εκείνη τη στιγμή, ο Κλαύδιος θα πάει στον Παράδεισο, κάτι που δεν του αξίζει. Ωστόσο, όταν ο Άμλετ φεύγει, ο Κλαύδιος αποκαλύπτει ότι δεν προσευχόταν με πολλή ευλάβεια για κάτι. Ο Άμλετ πηγαίνει να αντιμετωπίσει τη μητέρα του. Ακούγοντας ένα θόρυβο πίσω από μια κουρτίνα, τείνει το σπαθί του και κατά λάθος σκοτώνει τον Πολώνιο, που κρυφάκουγε. Φοβούμενος για την ασφάλειά του, ο Κλαύδιος στέλνει στην Αγγλία τον Άμλετ και μαζί τους Ρόζεγκραντζ και Γκιλντεστέρν, που σχεδιάζουν το θάνατό του. Γεμάτη θλίψη, η Οφηλία τρελαίνεται και πνίγεται σε ένα ποτάμι. Από τη Γαλλία επιστρέφει γεμάτος οργή ο Λαέρτης, γιος του Πολώνιου κι αδερφός της Οφηλίας. Ο Κλαύδιος πείθει το Λαέρτη ότι ο Άμλετ είναι υπεύθυνος για το θάνατο του Πολώνιου και, με την επιστροφή του Άμλετ στη Δανία, στοιχηματίζει ότι ο Άμλετ μπορεί να νικήσει στη μάχη το Λαέρτη. Η μάχη όμως είναι στημένη: το σπαθί του Λαέρτη έχει δηλητήριο, όπως και το κρασί στο ποτήρι του Άμλετ.
Κατά τη διάρκεια της μάχης, η Γερτρούδη πίνει από το δηλητηριασμένο κρασί και πεθαίνει. Ο Λαέρτης καταφέρνει να τραυματίσει τον Άμλετ, αλλά λαβώνεται από τον ίδιο. Προτού ξεψυχήσει, αποκαλύπτει το σχέδιο δολοφονίας του Κλαύδιου εναντίον του Άμλετ. Ο Άμλετ, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή από το δηλητήριο, καταφέρνει να σκοτώσει τον Κλαύδιο. Στη σκηνή καταφθάνει ο Φόρτινμπρας, ένας Νορβηγός φιλόδοξος πρίγκιπας που έρχεται εναντίον της Δανίας με το στρατό του. Ο Οράτιος αφηγείται όσα έχουν συμβεί κι ο Φόρτινμπρας διατάζει να αποδοθούν τιμές στο νεκρό Άμλετ.
Η γκραβούρα του Daniel Maclise από το 1842 »Σκηνή του Άμλετ«, παριστάνει την στιγμή που αποκαλύπτεται η ενοχή του Κλαύδιου.Στο έργο, ο Πρίγκιπας Άμλετ έχει μακράν τη μεγαλύτερη παρουσία, ακόμα και σε σύγκριση με άλλα έργα του Σαίξπηρ. Το μεγαλύτερο μυστήριο αποτελεί ο ίδιος ο χαρακτήρας του, η ψυχολογία και τα αληθινά του κίνητρα. Μια άποψη θέλει τον Άμλετ να αναζητά την αλήθεια, ώστε να είναι σίγουρος ότι πραγματοποίησε την εκδίκηση που επιθυμούσε ένα φάντασμα, που ισχυρίστηκε πως ήταν το πνεύμα του νεκρού πατέρα του. Συνήθως, ο Άμλετ θεωρείται ο κατ' εξοχήν αναποφάσιστος ήρωας. Έχει αναλάβει ένα καθήκον που γνωρίζει και νιώθει πως είναι σωστό, ωστόσο είναι απρόθυμος να το φέρει εις πέρας και καταριέται τον εαυτό του για την αδυναμία αυτή.

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Σώμα και Σημαίνον J.L.

ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΗΜΑΙΝΟΝ
Χρειάζεται λοιπόν να στοχαστούμε ποια είναι η σχέση σώματος και σημαίνοντος. Το ζήτημα είναι να δώσουμε το νόημα που πρέπει στο επίθετο «έμβιο» και επίσης να συλλάβουμε από ποιο δίαυλο, με ποια επενέργεια το πάθος της απόλαυσης έρχεται στο σώμα. Άρα, εφόσον δεχτούμε αυτή την προοπτική, υπάρχει η προϋπόθεση «σώμα».
Πρέπει αμέσως να προσθέσουμε ότι υπάρχει μια δεύτερη προϋπόθεση που προστίθεται στην προϋπόθεση «σώμα» ώστε να προκύψει κάτι που να συνιστά επαρκή προϋπόθεση. Είναι η προϋπόθεση «σημαίνον», εφόσον συνταχθούμε με τη φράση του Λακάν ότι το σημαίνον είναι αίτιο της απόλαυσης. Η προοπτική λοιπόν που σκοπεύουμε να αναπτύξουμε σε αυτή τη λακανική βιολογία είναι η εξής: η ζωή προϋπόθεση της απόλαυσης, η προϋπόθεση «σώμα», η προϋπόθεση «σημαίνον». Πρέπει εδώ να εξετάσουμε θεματικά και να αποτιμήσουμε την έκφραση «συμβολική τάξη» που ο Λακάν δανείστηκε από τη γλωσσολογία μέσω της δομικής ανθρωπολογίας, την παρέλαβε και απλώς σταδιακά την ανασκεύασε ο ίδιος. Η συμβολική τάξη προβάλλεται σαν μια τάξη, μια οργάνωση, μια διάταξη υπερβατική ως προς ό,τι στοιχειοθετεί την κάθε περίπτωση, ότι διαδραματίζεται, υπερβατική ως προς την εμπειρία. Είναι άραγε ύλη το σημαίνον, Είναι άραγε το σημαίνον, κυριολεκτικά μιλώντας, κάτι το υλικό; Υπάρχει εδώ κάτι το διφορούμενο, στον βαθμό που το σημαίνον το συλλαμβάνουμε μονάχα με μορφή υλοποιημένη. Όμως το σημαίνον ως τέτοιο, δηλαδή ως τάξη, αποτελεί καθαρό φορμαλισμό. Γι’ αυτό και ο Λακάν μιλάει για το σημαίνον ως ύλη σε εκκρεμότητα και μάλιστα το απεικονίζει παραστατικά σαν τα σύννεφα που μετατοπίζονται με την ορμή του ανέμου, αλλά που είναι όντως ικανά να γίνουν νερό και το νερό είναι ικανό να έχει υλικά αποτελέσματα στο έδαφος, στη γη. Σ’ αυτή την απεικόνιση, το επίμαχο ερώτημα είναι ο υλικός ή μη χαρακτήρας του σημαίνοντος. Εδώ, η τελευταία απάντηση του Λακάν θεωρεί το σημαίνον ισοδύναμο με το προσποιητό, δηλαδή δίνει έμφαση στο τυπικό [formel] χαρακτήρα του σημαίνοντος, στον λογικό του χαρακτήρα. Αυτό όμως δεν είναι παρά μια ευκαιρία για το σημαίνον να υλοποιηθεί. Υλοποιείται σε ό,τι γίνεται υπόστρωμα του σημαίνοντος. Έτσι μπορεί κανείς να καταλάβει ότι το σημαίνον δανείζεται οπωσδήποτε την ύλη του από τον ήχο, αλλά επίσης και από το σώμα. Αυτό ακριβώς αξιολογούμε στο υστερικό σύμπτωμα, ότι το σημαίνον είναι ικανό να υλοποιηθεί στο σώμα. Οπωσδήποτε, μπορούμε να πούμε ότι το σώμα προσφέρει την ύλη του, την πραγματικότητά του στο σημαίνον. Το υπόδειγμα του «να γίνεται το σώμα σημαίνον» μας το έδωσε ο Λακάν με τη θεωρητική κατασκευή του φαλλού. Γύρω ειδικά από αυτό το τμήμα του σώματος είναι που μας σκιαγραφεί το πέρασμα στο σημαίνον, πράγμα που παραμένει για μας σημείο αναφοράς. Νοείται σαν μια ανύψωση. Βρίσκουμε, στο επίπεδο του Πραγματικού, στο επίπεδο του φαντασιακού, μια οντότητα λίγο-πολύ απομονωμένη, η οποία έρχεται και ανυψώνεται σε συμβολική τάξη, μέσα από ορισμένους μετασχηματισμούς. Ο Λακάν περιγράφει επανειλημμένα αυτή τη διαδικασία ανύψωσης στο σημαίνον που ονομάζεται σημαινοποίηση. [signifiantisation]. Αυτά προϋποθέτουν μια σχετική ακύρωση του αρχικού πράγματος ώστε να γίνει η σημαινοποίηση. Ο Λακάν κατέδειξε με προσήλωση με ποιον τρόπο το σημαίνον βρίσκει έρεισμα σε υλικά αντικείμενα μέσω μετασχηματισμού, μέσω ανυψώσεως. Δεν είναι όμως η μόνη δομή που υπεισέρχεται στις σχέσεις του σώματος και του σημαίνοντος. Υπάρχει και μια δεύτερη σύστοιχη δομή που πρέπει να διαχωρίζεται από τη δομή ανυψώσεως, την οποία ο Λακάν μελετάει, εξετάζει, προτείνει με αφετηρία την τελευταία διδασκαλία του. Η δεύτερη δομή που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε σωματικοποίηση [corporisation], είναι κατά κάποιον τρόπο το ανάποδο της σημαινοποίησης. Εδώ είναι μάλλον το σημαίνον που μπαίνει στο σώμα. Είναι μια δομή εντελώς διαφορετική από την πρώτη. Η πρώτη είναι ανύψωση, μετουσίωση του πράγματος προς το σημαίνον. Ενώ η σωματικοποίηση είναι αντίθετα το σημαίνον που νοείται να προσβάλλει το σώμα του ομιλούντος όντος και το σημαίνον να γίνεται σώμα, κατακερματίζοντας την απόλαυση του σώματος και κάνοντας να βγει το πλεόνασμα απόλαυσης, τεμαχίζοντας το σώμα, αλλά μέχρις ότου αναβλύσει η απόλαυση, το πλεόνασμα απόλαυσης που δυνητικά ενέχει το σώμα.
Ο Λακάν έδωσε εύσημα στους στωικούς που επινόησαν το σημαίνον και μάλιστα τη διαφορά του σημαίνοντος και του σημαινόμενου και σημειώνει, όχι τυχαία, ότι επινόησαν ταυτόχρονα την έννοια του ασωμάτου [l’incorporel] Θέλει να πει, πρώτον ότι το σημαίνον δεν είναι της ίδιας τάξεως με το σώμα. Μπορεί κανείς να μιλήσει για σημαίνον σώμα, αλλά με μια έννοια τυπική, μαθηματική, όπως μιλάμε για σώμα αριθμών. Εάν το σημαίνον σχετίζεται με το σώμα, πρόκειται για σχέση αρνητική, την οποία ακριβώς υποδηλώνει ο όρος ασώματο. Αυτό απαιτεί να απομονώσουμε σαφώς το σημαίνον ως ασώματο, το ειδέναι ως ασώματο. Το επιτέλεσμα που έχει το ειδέναι μέσα στο σώμα, ο Λακάν το ονομάζει συναίσθημα [affect], οπωσδήποτε υπό μία έννοια διευρυμένη, γενικευμένη. Ονομάζει συναίσθημα το σωματικό επιτέλεσμα του σημαίνοντος, δηλαδή όχι το σημασιολογικό του επιτέλεσμα που είναι το σημαινόμενο, όχι το επιτέλεσμα που έχει ως υποτιθέμενο υποκείμενο, δηλαδή όχι όλα τα επιτελέσματα αλήθειας του σημαίνοντος, αλλά τα επιτελέσματα απόλαυσης. Τα συμπεριλαμβάνει στον όρο συναίσθημα που έρχεται και παρενοχλεί τις λειτουργίες του έμβιου σώματος. Ο Λακάν τείνει να σωματικοποιεί, στην πορεία της διδασκαλίας του, τις κυριότερες σημαίνουσες λειτουργίες που έχει απομονώσει. Η ανάγκη του σώματος πρέπει να περάσει από το σημαίνον, να περάσει και να γίνει αίτημα. Είναι η δομή της σημαινοποίησης. Όντως αυτή η σημαινοποίηση είναι ένα αρνητικό επιτέλεσμα, μια αρνητικοποίηση που φτάνει στο αποκορύφωμα με το αίτημα αγάπης, έτσι ώστε εκείνο το κάτι που δίνει ο Άλλος να γίνεται σημάδι της αγάπης του Άλλου. Ξεμένει πίσω η επιθυμία σαν ένα σημαινόμενο μεταξύ των σημαινόντων.
Κατά τη δεύτερη θεωρητική προοπτική που εγκαινιάζει τη δεύτερη δομή που διακρίναμε και την ονομάσαμε σωματικοποίηση, το θέμα είναι να σωματικοποιηθεί η διαλεκτική του υποκειμένου και του Άλλου. Συλλαμβάνουμε, αντιθέτως εδώ, ότι το επιτέλεσμά της είναι ένα συναίσθημα. Έχουμε εδώ ένα σημαίνον στοιχείο που το επιτέλεσμα του, όμως είναι, να σωματικοποιείται ως συναίσθημα και το συναίσθημα αυτό είναι η απόλαυση. Να γιατί ο Λακάν έρχεται και γράφει – πράγμα που ανοίγει για μας ένα πεδίο περαιτέρω διερεύνησης: «Το υποκείμενο δέχεται βέβαια το δικό του μήνυμα υπό ανεστραμμένη μορφή. Αυτό σημαίνει εδώ τη δική του απόλαυση υπό τη μορφή της απόλαυσης του Άλλου». Δηλαδή αυτό που εδώ εκπληρώνει, με αυτή την υπαινικτική ακόμη και μη ανεπτυγμένη μορφή είναι η σωματικοποίηση της διαλεκτικής του υποκειμένου και του Άλλου, στην οποία αυτή τη φορά το στοιχείο που κυκλοφορεί είναι το συναίσθημα απόλαυσης.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΩΣ ΣΗΜΑΙΝΟΝ
Ας πούμε δύο λόγια για το θάνατο που είναι παρών ως σημαίνον, στον οποίο αναφέρεται ο Λακάν. Τι είναι ο θάνατος ως σημαίνον; Η φράση αποδίδει το πασίγνωστο γεγονός ότι στο ανθρώπινο είδος το έμβιο ον προδικάζει τον θάνατο. Από μόνο του το γεγονός αυτό εισάγει ένα διττό καθεστώς του θανάτου. Δεν είναι το διττό καθεστώς της σωματικής ζωής και της μοριακής ζωής, είτε του θανάτου του σώματος και του προσδοκώμενου θανάτου των μορίων. Το προκείμενο διττό καθεστώς του θανάτου είναι ο φυσικός θάνατος και ο προδικαζόμενος θάνατος που ασφαλώς δεν είχε παραβλέψει ο Φρόιντ. Ο Φρόιντ επιμένει ότι ο προσίδιος θάνατος δεν είναι παραστάσιμος, αλλά παρόλο που δεν είναι παραστάσιμος, είναι πάντως προδικάσιμος. Ο θάνατος ως προδικάσιμος είναι εντελώς άλλο πράγμα από τον φυσικό θάνατο. Είναι ο θάνατος ως στοιχείο που ασκεί «έντονη επίδραση στη ζωή», ανάλογα με το εάν δέχεται κανείς να διακινδυνεύσει τον θάνατο ή εάν αποκλείει τον κίνδυνο με μια στάση κάπως ηρωική. Είναι ακριβώς η αρχή περί αναδιπλασιασμού του θανάτου που πρότεινε ο Λακάν. Προέβαλε τον αναδιπλασιασμό που αφορά δύο μορφές φυσικού θανάτου – είτε του σώματος, είτε των μορίων -, αλλά ουσιαστικά ο διπλός θάνατος είναι ο φυσικός θάνατος και ο θάνατος που συνδέεται με το σημαίνον. Τι ονόμασε ο Λακάν «ηθική της ψυχανάλυσης»; Ονόμασε ηθική της ψυχανάλυσης, κατά πρώτον, μια θεωρία του υπερεγώ, δηλαδή μια απαίτηση που αντιστρατεύεται την προσαρμογή, την απαίτηση να επανέλθει μια πρωτογενής ικανοποίηση, άρα την απαίτηση μιας απόλαυσης. Κατά δεύτερον, η «ηθική της ψυχανάλυσης» είναι μια εξήγηση της λειτουργίας του θανάτου μέσα στη ζωή: ενός θανάτου που δεν ανάγεται στη βιολογία, αλλά στη λογική του σημαίνοντος. Εδώ ο διττός είναι αφενός ο φυσικός και αφετέρου ο σημαίνων θάνατος. Γι’ αυτό και , στο Σεμινάριο 'Η ηθική της ψυχανάλυσης', ο Λακάν φτάνει να θέσει το ερώτημα που δείχνει άτοπο: έχει άραγε η ζωή κάποια σχέση με τον θάνατο; Τι σημαίνει αυτό; ότι ο θάνατος δεν είναι συμπληρωματικό της ζωής, διότι το ζήτημα που τίθεται εδώ είναι ο θάνατος με τον οποίο έχουμε σχέση μέσα στη ζωή και αυτός δεν μπορεί παρά να είναι ένας σημαίνων θάνατος. Έτσι επισκιάζει ο θάνατος τη ζωή. Το ερώτημα στο οποίο καταλήγει η ηθική της ψυχανάλυσης είναι πώς γίνεται ένα έμβιο σώμα, όταν ανήκει στο ανθρώπινο είδος, να μπορεί να έχει πρόσβαση στη δική του σχέση με το θάνατο. Αυτό που ο Λακάν ονομάζει δική του σχέση με το θάνατο ή που ο Φρόιντ ονομάζει συσχέτισή μας με το θάνατο, ισοδυναμεί κατά τον Λακάν με την ενόρμηση θανάτου. Δεν υπάρχει μονάχα θάνατος που υφιστάμεθα, ταύτιση που υφιστάμεθα προς τον πραγματοποιούμενο θάνατο. Είναι σαν να συνάγεται το ον – που – ζει – για – τον – θάνατο [l’ être – vivant – pour – la – mort]. Αυτό όντως προϋποθέτει, τουλάχιστον στο Σεμινάριο. Η ηθική της ψυχανάλυσης, ότι η ενόρμηση θανάτου ισοδυναμεί με την υποκειμενική σχέση προς τον θάνατο. Τούτο συνεπάγεται πως ο προδικαζόμενος θάνατος, ο θάνατος που επισκιάζει τη ζωή, ισοδυναμεί με μια σημαίνουσα εξαφάνιση. Είναι ένας θάνατος που ισοδυναμεί με το διαγραμμένο υποκείμενο, με το υποκείμενο ως «ένα σημαίνον λιγότερο». Αυτό ακριβώς είναι που ο Λακάν ονομάζει δεύτερο θάνατο, τον θάνατο που δεν είναι ο θάνατος ως κοινή μοίρα, που δεν είναι ο θάνατος όπου κάποιος τα τινάζει. Αυτό ακριβώς είναι που ονομάζει θάνατο αληθινό, τον θάνατο που είναι συνέταιρος επίσης με την αλήθεια, τον θάνατο όπου το υποκείμενο εξαιρείται από τη σημαίνουσα αλυσίδα και κατά κάποιο τρόπο συναντιέται ή σμίγει με τον ίδιο του τον αφανισμό. Αυτό που ο Λακάν ονομάζει δεύτερο θάνατο είναι το σημαίνον έλλειμμα – του - είναι του υποκειμένου, το οποίο άλλωστε ενέχει, συμμετρικά προς τον δεύτερο θάνατο, τη δεύτερη ζωή, τη «σημαίνουσα ζωή». Υπάρχουν, σε ό,τι ο Λακάν ονομάζει ηθική, δύο όψεις του υποκειμένου. Υπάρχει η όψη εξαφάνισής του που είναι η όψη που ταυτίζεται με τον δεύτερο θάνατο, με τον σημαίνοντα θάνατο κι έπειτα υπάρχει το εναδικό σημαίνον ως σημαίνον του υποκειμένου του δεύτερου θανάτου. Ο όρος μάλιστα που επανέρχεται στο σημείο αυτό, δεν είναι το εναδικό [l’unaire] , αλλά το μοναδικό [l’unique]. $ ◊ S1
ΜΟΝΑΔΙΚΟ
Το μοναδικό είναι όλα εκείνα τα στοιχεία του είναι που το σημαίνον προσηλυτίζει, σε πείσμα όλων των μετασχηματισμών του εμβίου, προκειμένου να συγκροτήσει ένα απόλυτο Ένα. Από τη μια πλευρά, μέσω του σημαίνοντος είναι που επισκιάζει ο θάνατος τη ζωή και από την άλλη πλευρά το σημαίνον πετυχαίνει τη διαιώνιση του υποκειμένου ως προς τη μοναδικότητά του. Ήδη από τότε ο Λακάν προτείνει μια αναπαράσταση της επίπτωσης του σημαίνοντος επί της ζωής, αναπαράσταση που θα υπολανθάνει τελικά σε πολλές από τις επεξεργασίες του, ακόμη και στις πιο προωθημένες της τελευταίας περιόδου.

Tο σημαίνον και το σημαινόμενον J.L.

Ο Λακάν χρησιμοποιεί ως αφετηρία τη θεωρία του σημείου του Φερντινάν ντε Σωσύρ, θεμελιωτή της σύγχρονης γλωσσολογίας. Μέσα απ’ αυτήν θέλει να ξαναδιαβάσει τη θεωρία των παραστάσεων του Φρόυντ, μια θεωρία που ο πατέρας της ψυχανάλυσης επεξεργάστηκε δίχως να γνωρίζει την πρόοδο της σύγχρονης δομικής γλωσσολογίας. Ο Σωσύρ προτείνει το ακόλουθο σχήμα: ↑ Σημαινόμενο ↓ Σημαίνον
Το σημείο θεωρείται ως μια ενότητα που περιλαμβάνει μια έννοια και μια ακουστική εικόνα, αντίστοιχα το σημαινόμενο και το σημαίνον. Το γλωσσικό σημείο δε συνδέει ένα πράγμα μ’ ένα όνομα, αλλά μια έννοια με μια ακουστική εικόνα.
Ο Λακάν αμφισβήτησε αυτή την ενότητα, διαγράφοντας την έλλειψη που περικλείει τους δύο όρους. Αντίθετα, τονίζει την τομή τους, τη διαχωριστική γραμμή που αντιδιαστέλλει σημαινόμενο και σημαίνον. Επιπλέον, αντιμεταθέτει τους δύο όρους, δίνοντας την παραπάνω θέση και την προτεραιότητα στο σημαίνον, γράφοντας: S (σημαίνον)1 , S (σημαινόμενο)
Αυτή η διαχωριστική γραμμή έχει τις επιπτώσεις της. Σημαίνει ότι όταν μιλά το υποκείμενο δε συλλαμβάνει αυτό που λέμε. Επίσης, το σημαίνον θα διακριθεί από το σημείο. Ο Λακάν όρισε το σημείο ως αυτό «που αναπαριστά κάτι για κάποιον». Αντίθετα, το σημαίνον είναι αυτό «που αναπαριστά το υποκείμενο για ένα άλλο σημαίνον». Πράγματι, το σύνολο των σημαινόντων του Άλλου αναπαριστά το υποκείμενο. Πέρα από αυτό το στίγμα που του δίνουν δύο συντεταγμένες, δύο τουλάχιστον από τα σημαίνοντα του Άλλου, άλλη υπόσταση δεν μπορεί να έχει. Επίσης, τα σημαίνοντα διαφοροποιούνται μεταξύ τους. Ο Σωσύρ θέτει ότι στη γλώσσα δεν υπάρχουν παρά διαφορές, ότι δηλαδή η αξία ενός σημαίνοντος έγκειται στη διαφορά του σε σχέση με τα άλλα, στο γεγονός ότι ένα άλλο σημαίνον δε βρίσκεται στη θέση που καταλαμβάνει το ίδιο. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να θέσουμε ένα σημαίνον, έστω S1, από μόνο του. Μπορούμε να το θέσουμε στις διαφοριστικές του σχέσεις με ένα άλλο, έστω S2 (ή γενικότερα, στη διαφορά του με όλα τα άλλα). Ας θεωρήσουμε ένα υποκείμενο σε κάθε σύνδεσή του με διαφορετικά σημαίνοντααπό το απόθεμα του Άλλου. Έτσι, παραδείγματος χάριν, το «βαφτιστικό» που έδωσε στο υποκείμενο ο Άλλος θα συνδεθεί με το επίσης δοτό παρώνυμο και το επώνυμο του Άλλου.
Το υποκείμενο παράγεται από αυτή την ονομασία και τίθεται ως υπο – κείμενο του σημαίνοντος. Μπορούμε άρα να γράψουμε: S1 → S2 $ Για τον Σωσσύρ ο παραδοσιακός όρος «σύμβολο», που απωθεώνεται στην ψυχαναλυτική ερμηνευτική, στον βαθμό που συνεπάγεται μια «φυσική», οργανική σχέση με την πραγματικότητα, δεν είναι μέσα στη γλώσσα του γλωσσολόγου. Οι ήχοι γίνονται γλώσσα όταν εκφράζουν και μεταφέρουν ιδέες. Για ν’ ανταποκρίνονται σ’ αυτή τη λειτουργία, πρέπει ν’ αποτελούν μέρος ενός συστήματος συμβάσεων, «σημείων». Το σημείο είναι η ενότητα μιας μορφής που σημασιοδοτεί και τα δύο συστατικά του είναι το σημαινόμενο (Signifie – η ιδέα) και το σημαίνον (Signifiant – η ακουστική εικόνα).
Η πρώτη αρχή αυτής της θεωρίας είναι πως το σημείο είναι αυθαίρετο. Ένας ιδιαίτερος συνδυασμός σημαίνοντος και σημαινομένου είναι μια αυθαίρετη οντότητα. Δεν υπάρχει εσωτερικός λόγος για τη σύνδεση ενός απ’ τα σημαίνοντα με μια ιδέα. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η γλώσσα είναι μια απλή ονοματοποιία, εφαρμοζόμενη σ’ ανεξάρτητα, αναλλοίωτα υπάρχουσες ιδέες. Στην ιστορική τους εξέλιξη, οι ίδιες οι ιδέες αλλάζουν όρια, μετατίθενται και δεν υπάρχει σταθερή ιδιότητα που πρέπει να διατηρεί μια ιδέα, για να είναι το διαχρονικό σημαινόμενο ενός αυθαίρετου σημαίνοντος. Το σημαινόμενο μπορεί να πάρει οποιαδήποτε μορφή, δεν διαθέτει πάγιο πυρήνα νοήματος που να το εξασφαλίζει. Σημαίνοντα και σημαινόμενα είναι αυθαίρετα, σχετικές ή «διαφορετικές» μονάδες. Η γλώσσα θέτει μια αυθαίρετη σχέση ανάμεσα σε σημαίνοντα της εκλογής της. Οι ιδέες είναι αυθαίρετες υποδιαιρέσεις ενός «συνεχούς» (CONTINUUM), όπως τα χρώματα υποδιαιρέσεις του φάσματος. Είναι μέλη μιας δομής και ορίζονται απ’ τη σχέση τους με τα άλλα μέλη της δομής. Για τον Σωσσύρ, οι σχέσεις της γλώσσας σαν συμβατικού συστήματος απονομής νοήματος, ισοδυναμούσαν μ’ ένα κλάσμα, όπου η ιδέα (το σημαινόμενο) τέμνονταν απ’ την ακουστική της εικόνα (το σημαίνον). Οι δομικές της συνάφειες ήταν μια εξίσωση: Γλώσσα = βασική γλώσσα, μείον τον λόγο (τη λαλιά) και σ’ αυτή την εξίσωση προσδιορίζονταν το πεδίο εφαρμογής της γλωσσολογικής έρευνας που θα έπρεπε ν’ αναγνωρίσει την αυθαίρετη (θεσμική) καθιέρωση της γλώσσας και να είναι «συγχρονικής» συντακτική.
Ο Λακάν φτάνει στον Φρόυντ μέσα απ’ το φίλτρο της δικής του κριτικής του Σωσσύρ που περιέχει τη φαινομενολογική «εμπροθετικότητα» στη γένεση του νοήματος. Η γλώσσα σαν σημείο, βασιζόμενη στο δεσμό της με την ιδέα του αντικειμένου, κινδυνεύει να μπερδέψει το σημαινόμενο με το αντικείμενο και να ξεχάσει ότι είναι καμωμένη από σημαίνοντα, όχι σημεία, και δεν θέτει ποτέ ένα ερώτημα κώδικα, αλλά μιας συστοιχίας σημαινόντων. Επί πλέον, αυτό που ενδιαφέρει στη γλώσσα είναι κυρίως η εμπρόθετη πράξη, ο λόγος (PAROLE), η «θεμελιώδης υπερυποκειμενικότητα του σημαινομένου». Λόγος άδειος ή λόγος πλήρης. Το ασυνείδητο, σαν θησαυροφυλάκιο της υπερυποκειμενικότητας του μεστού λόγου, έχει τη δομή της γλώσσας και τα δίκτυά της. «Το πρώτο δίκτυο, του σημαίνοντος, είναι η συγχρονική δομή του υλικού της γλώσσας, στον βαθμό που κάθε στοιχείο αποκτά την ακριβή του χρήση όντας διαφορετικό από τα άλλα αυτή είναι η αρχή της κατανομής που μόνη ρυθμίζει τη λειτουργία των στοιχείων της βασικής γλώσσας στα διάφορα επίπεδά της, απ’ το φωνημικό ζευγάρι αντιθέσεων [FORT – DA], στις σύνθετες εκφράσεις, όπου το καθήκον της σύγχρονης έρευνας είναι ν’ αποδεσμεύσει τις σταθερές μορφές.
Το δεύτερο δίκτυο, του σημαινομένου, είναι το διαχρονικό σύνολο λόγου (DISCOURS) με συγκεκριμένη προφορά, δίκτυο που αντιδρά ιστορικά στο πρώτο, με τον ίδιο τρόπο που η δομή του πρώτου διέπει τα μονοπάτια του δεύτερου. Εδώ ό,τι επικρατεί, είναι η ενότητα της σημασίας (SIGNIFICATION), που καθιερώνεται έτσι, ώστε να μην διαλύεται ποτέ σε μια καθαρή ένδειξη του Πραγματικού, αλλά αναφέρεται πάντοτε σε μιαν άλλη σημασία. Οι σημασίες συνθέτουν σειρές περικλείοντάς τις στο σημαίνον. κι αν ο ιστός τους καλύπτει πάντα αυτές τις σειρές, ώστε να υπερεκχειλίζει από πάνω τους, είναι γιατί η σειρά του συμαίνοντος δεν είναι σημασία κανενός. Αυτό το σημείο επιβεβαιώνει πως η γλώσσα είναι πάντα διαλεκτική κίνηση. Η αντιστροφή της γλωσσιολογικής παράστασης του Σωσσύρ Σημαινόμενο με τον αλγόριθμο Σ (Σημαίνον), Σημαίνον -Σημαινόμενο. Είναι η φυσική συνέπεια της προτεραιότητας της Συμβολικής τάξης. Αλλά αυτή η μεταξίωση δεν είναι ειρωνεία στο θετικισμό της πραγματικότητας που νομίζει ότι προμηθεύει η ίδια στο υποκείμενο το νόημά της. Το σημαινόμενο για το Λακάν δεν είναι απλώς η «παράσταση του πράγματος», η ιδέα του, το νόημα του σημαίνοντος. Το «νόημα» δεν είναι παρά ένα άλλο σημαίνον, μια άλλη λέξη. Σημαίνοντα και σημαινόμενα, «γλιστρώντας» διαρκώς στην τσουλήθρα της γλώσσας, έτσι ώστε ένα σημαίνον να συνδέεται σε μια δοσμένη στιγμή, έτσι ώστε ένα σημαίνον να συνδέεται σε μια δοσμένη στιγμή μ’ ένα ή περισσότερα σημαινόμενα κι αντίστροφα, παράγουν την πολυσημία του γλωσσικού οργάνου.
Ο αλγόριθμος της γλώσσας επιτρέπει την εξακρίβωση των σχέσεων ανάμεσα στα σημαίνοντα και το προϊόν αυτών των σχέσεων, τη γένεση του σημαινομένου.Η ζωή του υποκειμένου, τα σύμβολά της, τα συμβολικά της συμπτώματα είναι μια καθαρή λειτουργία του σημαίνοντος, εξαρτώνται απ’ τις ζυμώσεις μέσα στις δομές του. «Δεν υπάρχει στο σημαινόμενο τίποτα… που να μην παρουσιάζεται με το αποτύπωμα του σημαίνοντος, μ’ όλες τις ολισθήσεις (GLISSEMENTS) του νοήματος που προκύπτουν απ’ αυτό και που συνιστούν τον συμβολισμό».
Ο Λακάν παραπέμποντας στον Ρ. Γιάκομπσον, ταξινομεί αντίστοιχα τη συμπύκνωση και τη μετάθεση σαν «μεταφορά» και «μετωνυμία». Η μεταφορική δομή Σ΄είναι υπεύθυνη για το πέρασμα ενός ιδιαίτερου σημαίνοντος (Σ) στο σημαινόμενο (σε σ), για την έκπτωσή του κάτω απ’ τη μπάρα της λογοκρισίας, την απώθησή του. Ο έκδηλος στη συνειδητή γλώσσα όρος (το Σ΄) παριστάνει την παρεφθαρμένη «επιστροφή του απωθημένου» (Φρόυντ), το σύμπτωμα, μια συμπύκνωση δύο τουλάχιστον όρων σ’ έναν υποκατάστατο. Η μετωνυμία Σ…Σ΄είναι μια μετάθεση από σημαίνον σε σημαίνον. σ Αλλά αφού ο αρχικός όρος που προσδιορίζει τη διαδικασία της μετάθεσης παραμένει λανθάνων κι ανεξιχνίαστος, η μετωνυμία ανταποκρίνεται κι αυτή λειτουργικά στις ορέξεις της λογοκρισίας που μεταμφιέζει την κεφαλαιώδη «επιθυμία» του υποκειμένου στην κοινωνική αποδοχή ενός «αιτήματος», χρησιμοποιώντας τη συνάφειά τους. Η γλώσσα μετατρέπει τη βιολογική «ανάγκη» σε «επιθυμία» και ύστερα την περνάει απ’ τα μονοπάτια του σημαίνοντος και την εκδηλώνει σαν ικεσία ή σαν «αίτημα» που έχει θέμα, μα στερείται όντος. Η σχέση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στην τάξη της γλώσσας, από εκεί εξαρτώνται και οι δύο όροι. Ο Λακάν, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα χαλιναγώγησης της αρχής της ηδονής στη Συμβολική αρχή του «σημαίνοντος» (: της Γλώσσας), ένα πρόβλημα υποταγής της ατομικιστικής αναρχίας στην τάξη της αμοιβαιότητας – διϋποκειμενικότητας, πλησιάζει την εγελιανή έκδοση της επιθυμίας: «Αυτή καθ’ εαυτήν η επιθυμία του ανθρώπου, μας λέει [ο Χέγκελ], δημιουργείται κάτω απ’ το σημείο της μεσολάβησης. είναι η επιθυμία να κάνει την επιθυμία του ν’ αναγνωριστεί. Το αίτημα είναι στην άκρη των μετωνυμικών μεταμφιέσεων της επιθυμίας. Είναι η μετάθεσή της, ο τρόπος της να κρύβεται και ταυτόχρονα να φανερώνεται, ν’ απουσιάζει και μ’ όλα αυτά να απαιτεί. Η μετωνυμία της επιθυμίας (τα αιτήματα) και η μεταφορά της (τα συμπτώματα που την υπερπροσδιορίζουν) είναι ο «λόγος της επιθυμίας», άδειος, φανταστικός, αλλά λόγος: «Η επιθυμία είναι ένα αποτέλεσμα στο υποκείμενο εκείνης της κατάστασης που του επιβάλλεται απ’ την ύπαρξη του λόγου, ώστε να κάνει την ανάγκη του να περάσει απ’ τα μονοπάτια του σημαίνοντος». Το σύμπτωμα, λέει ο Λακάν, είναι χαραγμένο στο σώμα «Το σύμπτωμα είναι το σημαίνον ενός σημαινομένου απωθημένου απ’ τη συνείδηση του υποκειμένου. Ένα σύμβολο γραμμένο στην άμμο της σάρκας». Η εικόνα υποδηλώνει το σημειωτικό ταξίδι του συμπτώματος. Τι είναι ένα σημαίνον; Ένα σημαίνον είναι αυτό που εκπροσωπεί ένα υποκείμενο. Για ποιον; Όχι για ένα άλλο υποκείμενο, αλλά για ένα άλλο σημαίνον. Το να πιστεύουμε όμως ότι κάθε σημαίνον απευθύνεται σε μας, είναι λάθος – και η απόδειξη είναι ότι μπορεί να μην καταλαβαίνουμε και τίποτα. Τα ορίζουμε ως σημαίνοντα, γιατί είμαστε βέβαιοι ότι το καθένα απ’ αυτά τα σημαίνοντα αναφέρεται στο καθένα από τα άλλα. Περί αυτού λοιπόν πρόκειται στη σχέση του υποκειμένου με το πεδίο του Άλλου. Το υποκείμενο γεννιέται εφόσον στο πεδίο του Άλλου εμφανίζεται το σημαίνον. Αλλά, ακριβώς γι’ αυτό, εκείνο – που, προηγουμένως, δεν ήταν τίποτα, παρά μελλοντικό υποκείμενο – παγιοποιείται σε σημαίνον. Το παν αναδύεται από τη δομή του σημαίνοντος. Η δομή αυτή θεμελιώνεται απ’ αυτό που ονομάζεται λειτουργία της τομής. Η ψυχανάλυση μας υπενθυμίζει ότι τα γεγονότα της ανθρώπινης ψυχολογίας είναι αδιανόητα δίχως τη λειτουργία του υποκειμένου που ορίζεται ως αποτέλεσμα του σημαίνοντος. Πρέπει να τονίσουμε, ότι ένα σημαίνον είναι αυτό που αντιπροσωπεύει ένα υποκείμενο για ένα άλλο σημαίνον. Το σημαίνον παραγόμενο στο πεδίο του Άλλου κάνει να αναδύεται το υποκείμενο της σημειοδότησής του. Αλλά δεν λειτουργεί ως σημαίνον παρά περιορίζοντας το υποκείμενο σε ένσταση, στο να μην είναι παρά ένα σημαίνον πετρώνοντάς το με την ίδια κίνηση που το καλεί να λειτουργήσει, να μιλήσει, ως υποκείμενο. Η ερμηνεία δεν είναι ευλύγιστη σε κάθε νόημα. Δεν δείχνει παρά μια μόνη ακολουθία σημαινόντων. Αλλά το υποκείμενο μπορεί πράγματι να κατέχει διάφορες θέσεις, ανάλογα με το αν βάζουμε κάτω από το ένα ή το άλλο απ’ αυτά τα σημαίνοντα. Η λύση του είναι άλλωστε πολύ απλή. Το σημαίνον με το οποίο δηλώνουμε το ίδιο σημαίνον, δεν είναι φυσικά το ίδιο σημαίνον μ’ εκείνο με το οποίο δηλώνουμε το άλλο. Είναι λάθος να λέει κανείς, ότι η ερμηνεία είναι ανοιχτή σε όλα τα νοήματα, με το πρόσχημα ότι δεν πρόκειται παρά για τη σύνδεση ενός σημαίνοντος μ’ ένα σημαινόμενο. Η ερμηνεία δεν είναι ανοιχτή σε κάθε νόημα. Η ερμηνεία είναι μια σημασιοδότηση που δεν είναι η οποιαδήποτε. Έρχεται εδώ στη θέση του σ και αναποδογυρίζει τη σχέση που κάνει ώστε, το σημαίνον να έχει για αποτέλεσμα, μέσα στη γλώσσα, το σημαινόμενο. Έχει για αποτέλεσμα να κάνει να αναδυθεί ένα μη αναγώγιμο σημαίνον. Όπως είπαμε στη γλωσσολογία υπάρχει το σημαίνον και το σημαινόμενο και ότι το σημαίνον πρέπει να εκλαμβάνεται ως το υλικό της γλώσσας. Η παγίδα, ο λάκκος όπου δεν πρέπει να πέσουμε, είναι να νομίσουμε ότι το σημαινόμενο είναι τα αντικείμενα, τα πράγματα. Το σημαινόμενο είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό – είναι η σημασία, η οποία παραπέμπει πάντοτε στη σημασία, δηλαδή σε μια άλλη σημασία. Τα πεδία του συμβολικού και του φαντασιακού τα συναντάμε στους δύο όρους, δηλαδή το σημαινόμενο και το σημαίνον. Το σημαίνον είναι το συμβολικό. Οι τεχνητές γλώσσες είναι βλακώδεις, επειδή ακριβώς είναι πάντα φτιαγμένες με βάση τη σημασία. Έπειτα λοιπόν υπάρχει η σημασία, η οποία παραπέμπει πάντοτε στη σημασία. Μπορεί βέβαια και το σημαίνον να συμπεριληφθεί σ’ αυτή τη διαδικασία, από τη στιγμή που του αποδίδεται κάποια σημασία, από τη στιγμή που δημιουργείται ένα άλλο σημαίνον ως σημαίνον, κάτι μέσα στη σημασιοδοτική αυτή λειτουργία. Γι’ αυτό και μπορούμε να μιλάμε για γλώσσα. Όμως ο διαχωρισμός σημαίνον – σημαινόμενο θα αναπαράγεται πάντα.
Το ασυνείδητο είναι, στη βάση του, δομημένο, πλεγμένο, αλυσιδωμένο, υφασμένο από γλώσσα. Το σημαίνον διαδραματίζει εκεί όχι απλώς ένα ρόλο εξίσου σημαντικό με το σημαινόμενο, αλλά διαδραματίζει τον βασικό ρόλο. Εκείνο που ουσιαστικά χαρακτηρίζει τη γλώσσα, είναι το σύστημα του σημαίνοντος ως τέτοιο. Το πολύπλοκο παιχνίδι του σημαίνοντος και του σημαινομένου θέτει ερωτήματα στα πρόθυρα των οποίων κοντοστεκόμαστε διότι δεν έχουμε να κάνουμε με μάθημα γλωσσολογίας, αλλά έχουμε υπόψη μας αρκετά στοιχεία μέχρι τώρα ώστε να ξέρουμε πως η σχέση του σημαίνοντος με το σημαινόμενο είναι κάθε άλλο παρά αμφιμονοσήμαντη, όπως λένε στη θεωρία των συνόλων. Το σημαινόμενο δεν είναι τα ακατέργαστα πράγματα που είναι ήδη δοσμένα μέσα με μια τάξη που επιδέχεται τη σημασία. Η σημασία είναι ο ανθρώπινος λόγος ο οποίος και παραπέμπει πάντα σε μια άλλη σημασία. Ο Σωσσύρ πρεσβεύει ότι το στοιχείο που επιτρέπει τον επιμερισμό του σημαίνοντος, είναι μια ορισμένη συσχέτιση σημαίνοντος και σημαινομένου. Προφανώς για να μπορούν να επιμεριστούν και τα δύο ταυτόχρονα, χρειάζεται μια παύση. Το εν εξελίξει σύστημα των ανθρώπινων σημασιών μετατοπίζεται και τροποποιεί το περιεχόμενο των σημαινόντων, τα οποία λαμβάνουν διαφορετικές χρήσεις. Ένα σύστημα του σημαίνοντος, μια γλώσσα, έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες που εξειδικεύουν τις συλλαβές, τις χρήσεις των λέξεων, τις εκφράσεις στις οποίες ομαδοποιούνται και αυτό προσδιορίζει, ίσα με την πιο αρχέγονη πλοκή του, το τι συμβαίνει στο ασυνείδητο. Χωρίς τη θεμελιακή διπολικότητα του σημαίνοντος και του σημαινομένου, δεν νοείται ψυχαναλυτική αιτιοκρατία. Το υλικό που συνδέεται με την παλιά σύγκρουση διατηρείται στο ασυνείδητο ως δυνάμει σημαίνον, ως δυνητικό σημαίνον, προκειμένου να εμπλακεί στο σημαινόμενο της τωρινής σύγκρουσης και να του χρησιμεύει σαν γλώσσα, δηλαδή σαν σύμπτωμα. Χωρίς να αποφανθούμε επί της ουσίας για τη σχέση του σημαίνοντος, ως γλωσσικού σημαίνοντος, με κάτι που χωρίς το σημαίνον δεν θα είχε ποτέ κατονομαστεί, είναι αισθητό ότι όσο λιγότερο το αρθρώνουμε, όσο λιγότερο μιλάμε, τόσο περισσότερο μας μιλάει εκείνο. Περί τίνος πρόκειται όταν μιλάμε για Verwerfung; Πρόκειται για την απόρριψη ενός πρωταρχικού σημαίνοντος στο εξωτερικό έρεβος, ενός σημαίνοντος που θα λείπει εφεξής σε τούτο το επίπεδο. Πρόκειται για μια πρωταρχική διαδικασία αποκλεισμού από κάποιο αρχέγονο ενδότερο που δεν είναι το ενδότερο του σώματος, αλλά το ενδότερο ενός πρώτου σώματος σημαίνοντος. Ανάμεσα στη σημασία και το σημαίνον υπάρχει μια σχέση που είναι εκείνη που παρέχει τη δομή του λόγου. Ο λόγος, είναι μια σημαίνουσα χρονική αλυσίδα. Τούτο σημαίνει ότι είναι φαινόμενο που παρουσιάζει πάντοτε την ουσιαστική δυαδικότητα του σημαίνοντος και του σημαινόμενου. Τούτο σημαίνει ότι το σημαίνον έχει εκεί τη δική του συνοχή και τον δικό του χαρακτήρα που το διαφοροποιούν από κάθε άλλο είδος σημείου.
Το σημαίνον μπορεί να απλωθεί σε πολλά από τα στοιχεία του τομέα του σημείου. Όμως το σημαίνον είναι ένα σημείο που δεν παραπέμπει σε ένα αντικείμενο, ακόμη και σε κατάσταση ίχνους, μολονότι το ίχνος προαναγγέλλει πάντως τον ουσιώδη χαρακτήρα του σημαίνοντος. Είναι, και αυτό, το σημείο μιας απουσίας. Όμως εφόσον ανήκει στη γλώσσα, το σημαίνον είναι ένα σημείο το οποίο παραπέμπει σ’ ένα άλλο σημείο, το οποίο είναι δομημένο για να σημάνει την απουσία ενός άλλου σημείου. Βρισκόμαστε λοιπόν εδώ σε μια θέση δομημένη στο πλαίσιο της δυαδικότητας του σημαίνοντος και του σημαινόμενου. Υπάρχει πράγματι κάτι το ριζικά αναφομοίωτο για το σημαίνον. Αυτό είναι απλούστατα η ενική ύπαρξη του υποκειμένου. Γιατί βρίσκεται εδώ; Από πού προέρχεται;
Τι κάνει εδώ; Γιατί θα εξαφανιστεί; Το σημαίνον αδυνατεί να του δώσει την απάντηση για τον απλούστατο λόγο ότι το τοποθετεί ακριβώς πέραν του θανάτου. Το σημαίνον το θεωρεί ήδη νεκρό, η ουσία του σημαίνοντος είναι να αποθανατίζει το υποκείμενο. Η γέννηση του σημαίνοντος είναι η ταυτοχρονία. Επίσης, η ύπαρξή του είναι μια συγχρονική συνύπαρξη. Είναι η στιγμή που το σημαίνον, άπαξ και συγκροτηθεί, οργανώνεται δευτερογενώς προς κάτι άλλο που είναι η εμφάνιση του σημαινομένου. Ας σταθούμε τώρα λίγο να δούμε την έννοια της δομής. Η δομή είναι κατ’ αρχάς μια ομάδα στοιχείων που απαρτίζουν ένα συμμεταβαλλόμενο σύνολο. Η δομή εγκαθίσταται πάντοτε μέσω της αναφοράς κάποιου πράγματος που είναι συνεκτικό προς κάποιο άλλο που είναι συμπληρωματικό του. Η έννοια της δομής είναι ήδη από μόνη της μια εκδήλωση του σημαίνοντος. Ενδιαφέρομαι για τη δομή, σημαίνει πως δεν γίνεται να παραμελήσω το σημαίνον. Στη δομική ανάλυση βρίσκουμε, όπως και στην ανάλυση της σχέσης του σημαίνοντος και του σημαινομένου, διάφορες συσχετίσεις ομάδων θεμελιωμένες πάνω σε σύνολα, ανοιχτά ή κλειστά, αλλά τα οποία εμπεριέχουν κυρίως αμοιβαίες αναφορές. Στην ανάλυση της σχέσης του σημαίνοντος και του σημαινομένου δίνεται έμφαση στη συγχρονία και τη διαχρονία. Αυτό το συναντάμε και στη δομική ανάλυση. Εντέλει, αν τις καλοεξετάσουμε, η έννοια της δομής και η έννοια του σημαίνοντος φαίνονται αδιαχώριστες. Ουσιαστικά, όταν αναλύουμε μια δομή, πρόκειται πάντα, τουλάχιστον ιδανικά, για το σημαίνον. Την καλύτερη ικανοποίηση σε μια δομική ανάλυση, μας την παρέχει η όσο το δυνατόν ριζικότερη ανάδειξη του συμαίνοντος. Το σημαίνον ωστόσο υπάρχει και παραϋπάρχει στη φύση. Αν εκείνο που ψάχνουμε δεν ήταν το σημαίνον, δεν θα βρίσκαμε στη φύση απολύτως τίποτε. Η ιδέα ότι το σημαίνον σημαίνει κάτι, ότι υπάρχει κάποιος που χρησιμοποιεί αυτό το σημαίνον για να σημάνει κάτι, ονομάζεται Signatura rerum. Είναι ο τίτλος ενός βιβλίου του Γιάκομπ Μπέμε. Σήμαινε ότι στα φυσικά φαινόμενα ενυπάρχει ο λεγόμενος Θεός για να μας μιλήσει τη γλώσσα του. Κάθε αληθινό σημαίνον είναι, ως τέτοιο, ένα σημαίνον που δεν σημαίνει τίποτε. Η εμπειρία το αποδεικνύει – όσο περισσότερο δεν σημαίνει τίποτε, τόσο πιο ακατάλυτο είναι το σημαίνον. Κάτι γίνεται σημαίνον όχι ως όλον ή τίποτε, αλλά επειδή κάτι που συνιστά ένα όλο, το σημείο, είναι παρόν για να μη σημαίνει τίποτε. Εκεί ακριβώς αρχίζει η τάξη του σημαίνοντος ως διαφοροποιούμενη από την τάξη της σημασίας. Ο ανθρώπινος κόσμος, ο κόσμος που ξέρουμε, μέσα στον οποίο ζούμε, στο περιβάλλον του οποίου προσανατολιζόμαστε και χωρίς τον οποίο δεν μπορούμε καθόλου να προσανατολιστούμε, δεν ενέχει μόνο την ύπαρξη των σημασιών, αλλά και την τάξη του σημαίνοντος. Το επίπεδο του σημαίνοντος, είναι το επίπεδο της φράσης, περιλαμβάνει μέση, αρχή και τέλος, απαιτεί επομένως ένα τέρμα. Είναι αδύνατον να μελετήσει κανείς πώς λειτουργεί το φαινόμενο που λέγεται γλώσσα, που είναι και το πιο βασικό στις διανθρώπινες σχέσεις, εάν δεν κάνει αρχικά τον διαχωρισμό του σημαίνοντος και του σημαινομένου. Το σημαίνον έχει τους δικούς του νόμους, ανεξάρτητα από το σημαινόμενο. Το να παραμελεί κανείς αυτό το γεγονός εξηγεί τα αδιέξοδα, τις συγχύσεις, τους κύκλους και τις ταυτολογίες που συναντά η ψυχαναλυτική έρευνα.
Το σημαίνον πρέπει να νοείται κατ’ αρχάς ως ξεχωριστό από τη σημασία. Εκείνο που το ξεχωρίζει, είναι το ίδιο δεν έχει προσίδια σημασία. Οπότε μπορούμε να φανταστούμε τι μπορεί να είναι η εμφάνιση ενός αμιγούς σημαίνοντος. Φυσικά, δεν μπορούμε καν να το φανταστούμε, εξ’ ορισμού. Όμως, εφόσον η διερώτηση αυτή αφορά τις απαρχές, πρέπει παρ’ όλα αυτά να επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε τι μπορεί αυτό να αντιπροσωπεύει. Το ότι υπάρχουν εδραία σημαίνοντα χωρίς τα οποία η τάξη των ανθρώπινων σημασιών δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί, είναι κάτι που νιώθουμε ανά πάσα στιγμή στην εμπειρία μας. Το σημαίνον δεν είναι ποτέ μοναχικό, καθώς σχηματίζει πάντα κάτι το συνεκτικό – αυτή ακριβώς είναι η σημαινότητα του σημαίνοντος – η έλλειψη ενός σημαίνοντος οδηγεί κατ’ ανάγκην το υποκείμενο να ξαναθέσει υπό αμφισβήτηση το σύνολο του σημαίνοντος.Είναι ουσιώδες στα σημασιακά φαινόμενα το σημαίνον να μη διαμερίζεται. Δεν κόβει κανείς ένα κομμάτι σημαίνοντος όπως κόβει μια ταινία μαγνητοφώνου. Αν κόψει μια ταινία μαγνητοφώνου, η φράση διακόπτεται, αλλά το αποτέλεσμα της φράσης δεν σταματάει στο ίδιο σημείο. Το σημαίνον εμπεριέχει το ίδιο κάθε είδους συνεπαγωγές και δε σημαίνει ότι, επειδή είναι κάποιος επαγγελματίας της ακρόασης ή της απομαγνητοφώνησης, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να συμπληρώσει τη φράση. Η σημασιακή ενότητα δείχνει διαρκώς το σημαίνον να λειτουργεί σύμφωνα με ορισμένους νόμους.Η μεταφορά προϋποθέτει ότι μια σημασία είναι το κυρίαρχο δεδομένο και ότι αυτή επηρεάζει και κυβερνάει τη χρήση του σημαίνοντος, με τρόπο που κάθε είδους προϋπάρχουσα λεξικογραφική διασύνδεση να λύνεται. Ακριβώς επειδή υπάρχει η σύνταξη, η πρωταρχική τάξη σημαίνοντος γι’ αυτό το υποκείμενο διατηρείται χωριστό, σαν διαφορετικό από τις ιδιότητές του. Συνήθως σε μια ανάλυση ο ψυχαναλυτής προάγει πάντα το σημαινόμενο, διότι είναι ασφαλώς το πιο δελεαστικό και στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως την καθαυτό διάσταση της συμβολικής διερεύνησης της ψυχανάλυσης. Όταν όμως παραβλέπει τον πρωταρχικό διαμεσολαβητικό ρόλο του σημαίνοντος, όταν παραβλέπει ότι το σημαίνον είναι στην πραγματικότητα το στοιχείο οδηγός, όχι μόνο διαταράσσει την αρχική κατανόηση των νευρωτικών φαινομένων, την ίδια την ερμηνεία των ονείρων, αλλά δεν μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει στις ψυχώσεις.
Η αντίθεση του σημαίνοντος και του σημαινομένου δεν είναι ένα απλό υποκατάστατο της περιβόητης και εξίσου δυσεπίλυτης αντιπαραβολής της ιδέας ή της σκέψης και της λέξης. Λόγω ακριβώς των ιδιοτήτων του σημαίνοντος και του σημαινομένου, ο αιώνιος πειρασμός στον οποίο υποκύπτει και ο γλωσσολόγος και κατά μείζονα λόγο όποιος δεν είναι γλωσσολόγος, είναι να θεωρεί πως το πιο εμφανές στοιχείο του φαινομένου αποτυπώνει και την ολότητα του φαινομένου. Κάποιοι νομίζουν ότι έχουν κάνει μεγάλο βήμα λέγοντας ότι το σημαινόμενο δεν αγγίζει ποτέ το σκοπό του παρά μέσω ενός άλλου σημαινομένου, παραπέμποντας σε μια άλλη σημασία, δεν είναι παρά το πρώτο βήμα και δεν βλέπουν ότι πρέπει να κάνουν κι ένα δεύτερο. Πρέπει ν’ αντιληφθούν ότι χωρίς τη δόμηση του σημαίνοντος, καμία μεταβίβαση νοήματος δεν θα ήταν εφικτή. Το έλλειμμα, αν προσεγγίσει κανείς τα πράγματα από αυτή τη σκοπιά, έχει δύο όψεις. Η πρώτη, είναι η διάλυση του δεσμού της εμπρόθετης σημασίας με το σύστημα του σημαίνοντος. Το τελευταίο παραμένει συνολικά στο υποκείμενο, το οποίο όμως δεν κατορθώνει πια να το ελέγξει σε συνάρτηση με την πρόθεσή του. Η δεύτερη, είναι η διάλυση του δεσμού στο εσωτερικό του σημαίνοντος. Το σημαντικό είναι η αντίθεση ανάμεσα σε δύο είδη δεσμών που είναι δεσμοί εσωτερικοί του σημαίνοντος. Το σημαντικό δεν είναι ότι η ομοιότητα υποστηρίζεται από το σημαινόμενο, είναι ότι η μεταβίβαση του σημαινομένου είναι δυνατή μόνο ένεκα της ίδιας της δομής της γλώσσας. Η μεταβίβαση του σημαινομένου, τόσο ουσιαστική για την ανθρώπινη ζωή, είναι δυνατή μόνο λόγω της δομής του σημαίνοντος. Στην πραγματικότητα, μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι υπάρχει βερμπαλισμός εκεί όπου κάνουν το λάθος να δίνουν υπερβολική βαρύτητα στο σημαινόμενο ενώ απεναντίας κάθε πράξη λογικής κατασκευής διατρανώνεται εξωθώντας τα πράγματα προς την κατεύθυνση της ανεξαρτησίας του σημαίνοντος από το σημαινόμενο.
Η τυπική άρθρωση του σημαίνοντος υπηρετεί ως προς τη μεταβίβαση του σημαινομένου. Η προαγωγή του σημαίνοντος ως τέτοιου, η ανάδυση αυτής της πάντοτε κρυμμένης υπό-δομής, της μετωνυμίας, είναι η προϋπόθεση για κάθε δυνατή διερεύνηση των λειτουργικών διαταραχών της γλώσσας στη νεύρωση και την ψύχωση. Ο ψυχωτικός δεν μπορεί να συλλάβει τον άλλο παρά μόνο μέσα στη σχέση με το σημαίνον, στέκεται μονάχα σ’ ένα κέλυφος, σ’ ένα περιτύλιγμα, μια σκιά, τη μορφή της ομιλίας. Από την αρχή, έχει υπογραμμιστεί η εισχώρηση της βασικής γλώσσας, η οποία δηλώνεεται σαν ένα είδος σημαίνοντος με ιδιαίτερη πληρότητα. Εδώ μας παρέχεται μια πτυχή του σημαίνοντος, οι ιδιότητές του, η ίδια του η πυκνότητα. Όχι η σημασία του, αλλά η σημαινότητά του. Το σημαινόμενο είναι κενό, το σημαίνον προκρίνεται για τις καθαρά τυπολογικές του ιδιότητες που συντελούν για παράδειγμα στο να δημιουργούνται σειρές
σημαινόντων. Το σημαίνον δεν παρέχει απλώς το περιτύλιγμα, τον υποδοχέα της σημασίας, την πολώνει, τη δομεί, την εγκαθιστά μέσα στην ύπαρξη. Δίχως μια ακριβή γνώση της καθαυτό τάξης του σημαίνοντος και των ιδιοτήτων του είναι αδύνατο να καταλάβει κανείς το οτιδήποτε. Η αντιδιαστολή του σημαίνοντος και του σημαινομένου συνιστά το υπόβαθρο της γλωσσολογικής θεωρίας του Σωσσύρ. Στο ανώτερο επίπεδο ο Σωσσύρ τοποθετεί τη σειρά των σκέψεων, όπως τις ονομάζει – χωρίς να το πολυπιστεύει, αφού η θεωρία του συνίσταται ακριβώς στο να συρρικνώσει τον όρο σκέψη ώστε να τον φέρει στον όρο σημαινόμενο, στον βαθμό που διαφοροποιείται από το σημαίνον και από το πράγμα και επιμένει κυρίως στην όψη άμορφης μάζας που έχει. Είναι η συναισθηματική μάζα της ροής του λόγου, συγκεχυμένη μάζα στην οποία εμφανίζονται διάφορες ενότητες, κάποια εικόνα, κάποιο αντικείμενο, ένα αίσθημα, ένα κάλεσμα. Είναι κάτι συνεχές. Το σημαίνον είναι εκεί σαν αμιγής αλυσίδα του λόγου, διαδοχή λέξεων, όπου τίποτα δεν είναι απομονώσιμο. Η σχέση του σημαινομένου με το σημαίνον εμφανίζεται πάντοτε ρευστή, πάντα έτοιμη να διαλυθεί. Ο ψυχαναλυτής ξέρει, καλύτερα από οποιονδήποτε, πόσο άπιαστη είναι αυτή η διάσταση και πόσο συμβαίνει να διστάζει ο ίδιος προτού προχωρήσει. Πρέπει εδώ να γίνει ένα βήμα μπροστά, για να δοθεί στο ζητούμενο ένα νόημα όντως αξιοποιήσιμο μέσα στην εμπειρία μας. Ο Σωσσύρ προσπαθεί να ορίσει μια αντιστοίχιση των δύο αυτών κυμάτων. Αυτό σημαίνει ότι το σημαίνον δεν είναι απομονώσιμο.
Υπάρχει μια αντινομία ανάμεσα στη λειτουργία του σημαίνοντος και την επαγωγή που αυτή ασκεί στην ομαδοποίηση των σημασιών. Το σημαίνον δημιουργεί πόλωση. Το σημαίνον είναι που δημιουργεί το πεδίο των σημασιών. Το ερώτημα είναι το εξής – εάν το εσύ είναι ένα σημαίνον, μια στίξη μέσω της οποίας ο άλλος προσφύεται σε κάποιο σημείο της σημασίας, τι απαιτείται ώστε να το προωθήσουμε στην υποκειμενικότητα, ώστε, υπό μορφή σημαίνοντος, με την οποία παρουσιάζεται μέσα στο λόγο, να γίνει τέτοιο που να θεωρείται πως υποστηρίζει κάτι που είναι συγκρίσιμο με το ego μας και που συνάμα δεν είναι συγκρίσιμο, δηλαδή τον μύθο ενός άλλου;
Ο Χάιντεγκερ αποδίδει μεγάλη σπουδαιότητα στο σημαίνον, στο επίπεδο της ανάλυσης της λέξης και του κλιτικού συστήματος όπως λέμε συνήθως, ας πούμε ακριβέστερα του τρόπου κλίσης. Θέλει να μας μυήσει στο απολύτως μη αναγώγιμο στοιχείο που εμπεριέχει η λειτουργία του ρήματος είμαι, στην αμιγώς συνδετική λειτουργία του. Θα ήταν σφάλμα να πιστεύει κανείς ότι η συνδετική λειτουργία αναδεικνύεται μέσα από μια βαθμιαία μεταστροφή των διαφορετικών αυτών όρων. Η φύση και η ποιότητα του εσύ που καλείται να απαντήσει εξαρτώνται από το επίπεδο του εκφωνούμενου σημαίνοντος. Οπότε, όταν το σημαίνον που άγει τη φράση λείπει από το εσύ, το αυτό είμαι δεν γίνεται παρά να μοιάζει με μια ανέναη διερώτηση. Έτσι γίνεται κάθε φορά που στο κάλεσμα που προφέρεται προς τον άλλο, το σημαίνον πέφτει στο πεδίο που είναι αποκλεισμένο για τον άλλο. Το σημαίνον προκαλεί εκείνη τη στιγμή μια αναγωγή, μεγάλης εντάσεως όμως, στην αμιγή φαντασιακή σχέση. Ως σημαίνον, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να προσληφθεί με την ιδιότητα που έχει το σημαίνον να εκπροσωπεί ένα απροσδιόριστο υπόβαθρο γύρω από το οποίο συγκεντρώνονται και συμπυκνώνονται κάμποσες, όχι απλώς σημασίες, αλλά σειρές σημασιών, που έρχονται και συγκλίνουν μέσω της ύπαρξης και με αφετηρία την ύπαρξη αυτού του σημαίνοντος. Οπότε, πέρα από κάθε σημαίνον που ενδεχομένως έχει σημασία για το υποκείμενο, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η μόνιμη και η αδιαλειπώς ευαισθητοποιημένη χρήση του σημαίνοντος στο σύνολό του.
Το σημείο, εφόσον μεταχειριζόμαστε αυστηρά τον όρο, είναι πάντοτε συσχετισμένο με μια παρουσία, ενώ το σημαίνον είναι άρθρωση. Είναι άρθρωση σημαίνει ότι έχει αξία για ένα άλλο σημαίνον με το οποίο συγκροτεί σύστημα και δεν αποτελεί σημείο της παρουσία ενός όντος. Αυτό μάλιστα περιλαμβάνει ο στοιχειώδης και συνάμα παράδοξος ορισμός που δίνει ο Λακάν για το σημαίνον, ότι αναπαριστά ή εκπροσωπεί το υποκείμενο για ένα άλλο σημαίνον, ένα υποκείμενο το οποίο ακριβώς υποδηλώνεται από το σημείο της απουσίας του. Έχουμε συνεπώς, στην ίδια σειρά, εδώ μεν το είναι [το ον], εδώ δε το έλλειμμα – του - είναι [το έλλειμμα όντος]. Σημείο ◊ Παρουσία – Είναι [Être] $ Σημαίνον Απουσία – Έλλειμμα – του – Είναι [Manque à être]
Tούτη η διχοτομία έχει αξία θεωρητικής μήτρας και επιτρέπει λόγου χάριν να σκεφτούμε πως συμβαίνει το σημαίνον να μπορεί να γίνει σημείο. Πράγμα που καθόλου δεν υποδηλώνει ο ορισμός του, κάθε άλλο μάλιστα. Το σημείο στην καθαυτό χρήση του είναι συσχετισμένο με παρουσία όντος, ενώ το σημαίνον είναι πάντα συσχετισμένο με έλλειμμα όντος. Σε ό,τι ονομάζουμε συμβολική τάξη, εκεί, τα σημαίνοντα μιλάνε με τα σημαίνοντα. Το διαγραμμένο υποκείμενο του Λακάν καταγράφει το υποκείμενο, αλλά ως ήδη νεκρό. Είναι το υποκείμενο του σημαίνοντος που είναι στοιχείο καθαρής λογικής. Αυτό που ο Λακάν ονομάζει υποκείμενο διατηρείται κάλλιστα εκτός σώματος, εκτός ζωής. Όταν υπάρχει κάποιος, τότε υπάρχουν σημεία [signes]. Υπάρχει κάποιος. Λέγοντας ότι υπάρχει κάποιος, σημαίνει ότι δεν υπάρχει μονάχα το υποκείμενο του σημαίνοντος. Τι παραπάνω υπάρχει από το υποκείμενο του σημαίνοντος, από εκείνο το υποκείμενο που εάν ήταν νεκρό δεν θα το ήξερε; Βρισκόμαστε, λοιπόν, έχοντας από τη μία μεριά τη λογική του σημαίνοντος με το νεκρό της υποκείμενο και από την άλλη μεριά το άτομο το σφριγηλό που προσβάλλεται από το ασυνείδητο. Επειδή υπάρχουν αυτές οι δύο όψεις, γι’ αυτό ο Λακάν εισάγει την υπόθεσή του, όπως λέει, δηλαδή ότι το υποκείμενο του σημαίνοντος και το άτομο, δηλαδή το σώμα, που προσβάλλεται, είναι ένα και το αυτό. Εξυπακούεται από αυτά ότι το σημαίνον δεν έχει ως επιτέλεσμα μόνο το σημαινόμενο αλλά και το συναίσθημα ενός σώματος.

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Το στάδιο του καθρέπτη J.L.

ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Η αφετηρία της λακανικής οντολογίας είναι η μεταψυχολογική ιδέα του ναρκισσισμού. Αυτή η ιδεώδης, όσο και χιμαιρική, «ενότητα» κι αυτάρκεια του ανθρώπου, στον Φρόιντ είναι ήδη μια αναδίπλωση, παραίτηση του υποκειμένου απ’ τις φυσικές τράπεζες των συναισθηματικών του καταθέσεων, η μεγαλομανία του ψυχιατρείου. Στον Λακάν είναι η πηγή της αλλοτρίωσης.
Η ζωή του υποκειμένου είναι μια πορεία προς τους άλλους, πάνω απ’ το «χάσμα», μέσα στο οποίο έχει εξαφανιστεί το αυθεντικότερο πρόσωπο του. Το υποκείμενο, μια προβολή της συγχρονίας του παρελθόντος στη διαχρονία του μέλλοντος, διχάστηκε απ’ το «Άλλο» του, μπροστά στους άλλους. Η γλώσσα προσδιορίζει το στίγμα της απώλειάς του και τις τάξεις του. Το φαντασιακό (L’ IMAGINAIRE), κινούμενο σ’ έναν άξονα που περιέχει τη φαινομενολογική «αντίληψη» μα και την ψευδαίσθηση, το Συμβολικό (LE SYMBOLIQUE), την τάξη του λόγου και της συμβολικής έκφρασης που συνιστά το ψυχαναλυτικό πεδίο, και το Πραγματικό (LE REEL), τον χώρο που προϋπάρχει της φαινομενολικής εμπειρίας, τον εντός αγκυλών κόσμο του Χούσσερλ, όπου η εμπειρία επαληθεύεται (Χάϊντεγγερ).
Αυτές οι τάξεις είναι ακτινοβολία των βιωμάτων μιας ηλικίας (6ος – 18ος μήνας της ζωής), που περνάει απ’ τη ναρκισσιστικοποίηση των ερωτικών των δυναμικών ή απ’ το στάδιο του καθρέφτη. Αν και βρίσκεται σε μια κατάσταση ανεπαρκούς οργάνωσης του φλοιού, γενικής μυϊκής αδυναμίας κι έλλειψης κινητικού συντονισμού, το νήπιο προετοιμάζει φαντασιωσικά την ιδέα της σωματικής του ενότητας. Αυτό. πραγματοποιείται μέσω μιας ταυτοποίησης με την εικόνα του ειδώλου ή ενός «σωσία» (λ.χ. ενός άλλου νηπίου που στέκεται αντίκρυ, εκεί-πέρα) κι εκφράζεται στην εμπειρία απεικόνισης σ’ έναν καθρέφτη.
Το στάδιο του καθρέφτη, παριστάνοντας τη μήτρα εκείνου που πρόκειται να συγκροτήσει το μελλοντικό Εγώ, θεμελιώνεται ήδη σ’ έναν αριθμό εμπειρικών δεδομένων, που αφορούν τον ρόλο του «άλλου» στην παιδική ηλικία.
α) Δεδομένα της ψυχολογίας του παιδιού και της συγκριτικής ψυχολογίας, που αφορούν τις αντιδράσεις του παιδιού μπροστά στον καθρέπτη. Ο Λακάν επικεντρώνει την προσοχή «στη θριαμβευτική ανακάλυψη της εικόνας, με τη συνοδό μιμική του παιδιού και την παιχνιδιάρικη αυταρέσκεια, με την οποία ελέγχεται η κατοπτρική φαντασίωση».
β) Ηθολογικά δεδομένα, σχετικά με την παρουσία του άλλου (του ίδιου είδους), σαν απαραίτητου όρου για την πυροδότηση της ενστικτικής συμπεριφοράς και της ωρίμανσης στα ζώα. Χωρίς μια αντιληπτική σχέση με τον άλλον, καθυστερεί η έκλυση του ενστίκτου, αν και μπορεί ο άλλος να υποκατασταθεί τεχνητά, λ.χ μ’ έναν καθρέφτη στην ακτίνα βλέμματος του ζώου. Από την άποψη της δομής του υποκειμένου, η εμπειρία αυτού του σταδίου είναι μια αποφασιστική στιγμή για τη γένεση του Εγώ και την είσοδό του στη φανταστική τάξη. Το παιδί ανακαλύπτει στην εικόνα του «άλλου» μια ολική μορφή (GESTALT), στην οποία επισημαίνει την ενότητα που του λείπει, την πληρότητα, σε αντιδιαστολή προς τη δική του ύπαρξη σαν «σώματος-σε-κομμάτια». Ταυτοποιείται μ’ αυτή την εικόνα. Κι αυτή η πρωτογενής ταυτοποίηση κάνει το Εγώ να συντίθεται από υλικά φαντασίας, να συγκροτείται εξ’ αρχής σαν «ιδεώδες εγώ», εστί όλων των μεταγενέστερων ταυτοποιήσεων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το υποκείμενο δεν μπορεί να είναι ταυτόσημο με το Εγώ. Το Εγώ είναι ένας «άλλος», ένας πράκτορας της φαντασίας που υπονομεύει κι αποξενώνει το αυθεντικό υποκείμενο.
Το στάδιο του καθρέπτη παράγει μια θεμέλια αλλοτρίωση του όντος απ’ τον εαυτό του και την ανακάλυψη ενός Εγώ, που είναι η μη-αυθεντική εγκοσμιότητα. Αυτή είναι η εικόνα του Λακάν για το Εγώ του Ναρκισσισμού και το Ιδεώδες Εγώ (IDEAL ICH) της «Ομαδικής ψυχολογίας». Αυτή είναι η προειδοποίηση του Λακάν στον μελλοντικό αναλυτή και στην τελετουργική γλώσσα που θα έχει τον πειρασμό να χρησιμοποιήσει, μια γλώσσα ακίνητη πια, «καταναλωμένη», που δεν δονεί τα περιεχόμενά της, που δεν εξεγείρεται ενάντια στην αλλοτρίωσή της. Στο process της θεραπείας, που σκοπεύει σε μια νέα ανακάλυψη της απωθημένης αυθεντικότητας, είναι απαραίτητη η κατανόηση της «οντολογικής δομής του ανθρώπινου κόσμου», η κατανόηση του σταδίου του καθρέφτη, σαν μιας φανταστικής ταυτοποίησης, όπου η καταβρόχθιση μιας εικόνας, μετασχηματίζει μοιραία το υποκείμενο σε μια ξένη ταυτότητα. Στο στάδιο λοιπόν του καθρέφτη έχει την πηγή της «παραγνώρισης» (méconnaíssance), οι παθολογικές άμυνες του Εγώ, που πλαστογραφούν την αυθεντικότητα του DASEIN, χάριν μιας βολικής προσαρμογής του στο «εκείνοι» του κόσμου. Στη βάση της πρωτογενούς κατοπτρικής εμπειρίας, στη σφαίρα του φανταστικού εμπίπτουν, από ενδοϋποκειμενική άποψη η ναρκισσιστική σχέση του Εγώ με το σώμα του κι από διϋποκειμενική άποψη μια «δυαδική σχέση», που κινείται στους πόλους της ερωτικής έλξης και της επιθετικότητας.
Ποια ιδέα μπορούμε να σχηματίσουμε για το ναρκισσισμό; Θεωρούμε ότι η σχέση του ναρκισσισμού είναι η κεντρική φαντασιακή σχέση για τη διαπροσωπική επαφή. Τι συνέτεινε ώστε να αποκρυσταλλωθεί γύρω από αυτή την έννοια η εμπειρία του ψυχαναλυτή; Πρίν απ’ όλα, η αμφισημία της. Αποτελεί όντως μια ερωτική σχέση-κάθε ερωτική ταύτιση, κάθε σύλληψη του άλλου από την εικόνα μέσα σε μια σχέση ερωτικής αιχμαλώτισης, γίνεται δια μέσου της ναρκισσιστικής σχέσης-και αποτελεί επίσης το υπόβαθρο της επιθετικής έντασης. Από τη στιγμή που η έννοια του ναρκισσισμού εισήλθε στην ψυχαναλυτική θεωρία, η πτυχή της επιθετικότητας τέθηκε όλο και περισσότερο στο επίκεντρο των προβληματισμών τεχνικής φύσεως. Όμως η επεξεργασία τους υπήρξε στοιχειώδης. Ακριβώς αυτό εξυπηρετεί το στάδιο του καθρέφτη. Αναδεικνύει τη φύση αυτής της επιθετικής σχέσης και το τι σημαίνει. Το ότι η επιθετική σχέση παρεμβαίνει στο μόρφωμα που λέγεται εγώ, γίνεται επειδή είναι συστατικό του, επειδή το εγώ είναι πλέον αφ’ εαυτού ένας άλλος, επειδή εγκαθιδρύεται ως κυριαρχική λειτουργία στα ενδόμυχά του.
Η έμφαση που δίνεται από τον Λακάν στο ναρκισσισμό αποτελεί συνέπεια της προσοχής που δείχνει στη σχέση μεταξύ ατόμου και κοινωνικού πλαισίου, υποκειμένου και περιβάλλοντος. Διερευνά τη σχέση με τον πλησίον μας, τον όμοιό μας, αυτόν που ονομάζει μικρό άλλο καθώς επίσης και τη γοητεία που ασκεί στο υποκείμενο η εικόνα, την τάση του να αιχμαλωτίζεται. Από ορισμένες εικόνες. Το στάδιο του καθρέφτη είναι στα μάτια του Λακάν ένα πρότυπο, μια παραδειγματική στιγμή, της σχέσης του ανθρώπου με την εικόνα του εαυτού και τον όμοιό μας. Ο Λακάν μελετώντας την παρανοϊκή ψύχωση βρίσκει επιτέλους, με το στάδιο του καθρέφτη, ένα μοντέλο για να αρθρώσει τα πράγματα. Εισάγει έτσι αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Εγώ που αποτελεί την «παρανοϊκή γνώση». Η παρανοϊκή γνώση καθορίζεται από το φθόνο, στοιχείο το οποίο ο Λακάν, στο άρθρο του «Τα οικογενειακά συμπλέγματα», θεωρούσε αποφασιστικό για το κοινωνικό συναίσθημα. Ο φθόνος παρουσιάζεται από το πλέγμα της εισβολής [παραδείγματος χάριν ενός μικρότερου αδελφού] και σχετίζεται με το στάδιο του καθρέφτη.
ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΩΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΤΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΕΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ
Ο Λακάν στο 16ο Διεθνές Ψυχαναλυτικό Συνέδριο της Ζυρίχης, που πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 1949, ανακοίνωσε ένα κείμενο με τίτλο: «Το στάδιο του καθρέφτη ως διαμορφωτικός παράγοντας της λειτουργίας του πρώτου ενικού προσώπου, όπως αυτή μας αποκαλύπτεται στην ψυχαναλυτική εμπειρία». Ο Λακάν υπενθύμισε, από τις πρώτες στιγμές της ανακοίνωσής του, ότι έχουν περάσει ήδη δεκατρία χρόνια από τότε που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά η σύλληψη του σταδίου του καθρέφτη. Το γεγονός αυτό δεν τον εμπόδισε να εκθέσει εκ νέου και να αναπτύξει περαιτέρω το θέμα του. Ποια διερώτηση εμπνέει το κείμενο του σταδίου του καθρέφτη; Το παιδί, αντίθετα με τον πλέον ανεπτυγμένο χιμπαντζή, αναγνωρίζει ήδη την εικόνα του στον καθρέφτη και πολύ συχνά, απέναντι στην αντανάκλασή του, αρχίζει να κάνει χειρονομίες για παιχνίδι και γκριμάτσες από περιέργεια. Για το χιμπαντζή η εικόνα είναι μόνο μια εικόνα, για το παιδί είναι μια ανησυχία. Για πρώτη φορά βλέπει τον εαυτό του και επιπλέον: «βλέπει τον εαυτό του να βλέπει». Αυτή η ανακάλυψη συντελείται ανάμεσα στους έξι και τους δεκαοκτώ μήνες. Η συνάντηση με την ίδια του την εικόνα στον καθρέφτη είναι κεφαλαιώδης, οπότε, όταν θα συλλαμβάνει, ως ενήλικας πια, την εικόνα του σε έναν καθρέφτη, σε μια οθόνη ή σε μια φωτογραφία, κάτι ανησυχητικό θα συνοδεύει αυτή την ανακάλυψη. «Για δες, αυτό είμαι εγώ!…Πώς με βρίσκεις;…Μοιάζω με ηλίθιο…Θεέ μου! Πόσο άσχημα έχω στηθεί…»Το πρώτο ενικό πρόσωπο είναι αντιπροσωπευτικό, έχει μια υπόσταση; Παρότι ζούμε κάθε μέρα με τον εαυτό μας, δεν είναι δυνατόν να συλλάβουμε τις μιμήσεις μας, τα τικ μας, τα νεύματα του κεφαλιού μας. Η πλάτη μας, για παράδειγμα, εκτός κι αν στραφούμε και συστραφούμε πολύ, παραμένει για πάντα άγνωστη. Η εικόνα που βλέπει το παιδί στον καθρέφτη είναι όντως δική του; Μια αμφιβολία επιμένει…Πρόκειται για την εικόνα του ή για την εικόνα κάποιου άλλου ή του άλλου; Ας θυμηθούμε τον τίτλο: «Το στάδιο του καθρέφτη ως διαμορφωτής του πρώτου ενικού προσώπου». Είναι σαν να λέμε ότι το πρώτο ενικό πρόσωπο δεν έχει τίποτα το πολύ Ισχυρό, παραπαίει. Ο Lacan διευκρινίζει ότι η ψυχανάλυση αντιτίθεται έτσι σε κάθε φιλοσοφία που πηγάζει απευθείας από το καρτεριανό «σκέφτομαι άρα υπάρχω». Το μικρό όν αισθάνεται καταρχάς ότι υπάρχει. Στη συνέχεια ανακαλύπτει την εικόνα του με την οποία πρέπει να ταυτιστεί. Ο Lacan διασαφηνίζει: πρέπει να ταυτιστεί με «έναν άλλο». Καταλαβαίνουμε πως εκεί υπάρχει μια πρώτη συνάντηση με την ανησυχητική παραδοξότητα που δομεί τη νεύρωσή μας. Το στάδιο του καθρέφτη μας εξηγεί ένα τμήμα της νεύρωσης που οφείλει να περατωθεί με την επέλευση αυτού που ο Lacan ονομάζει «κοινωνικό πρώτο ενικό πρόσωπο», στιγμή ταύτισης με την εικόνα του ομοίου που είναι ενσωματωμένος στην κοινωνία. Το «κοινωνικό πρώτο ενικό πρόσωπο» είναι περισσότερο μια ευχή, ένας ιδανικός στόχος, παρά μια πραγματικότητα. Είναι άραγε δυνατόν, χωρίς να γνωρίζουμε το πρώτο ενικό πρόσωπο, να καταλάβουμε κάτι για κάποιον; Αυτό ακριβώς υπογραμμίζει ο Lacan με τον όρο «διυποκειμενικότητα». Θα μπορούσαμε τέλος να πούμε ότι το στάδιο του καθρέφτη θα έπρεπε να περατώνεται στην ηλικία των έξι ετών, όταν το παιδί ενσωματώνεται στην κοινωνία.
ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Το Σρεμπέρειο σώμα, έτσι όπως το τοποθετεί ο Λακάν είναι το σώμα του σταδίου του καθρέφτη. Είναι ένα σώμα βλεμματικό, ένα σώμα οπτικό, που η αναστήλωσή του τοποθετείται κατεξοχήν στο οπτικό πεδίο, βασίζεται στο οπτικό πεδίο. Δεν παρεμβαίνει στη συγκεκριμένη θεωρητικοποίηση παρά μόνο σε παράλληλη σχέση με ό,τι ανάγεται στη σημαίνουσα άρθρωση. Στη λακανική θεωρητική κατασκευή της εποχής εκείνης, το στάδιο του καθρέφτη αποτελεί την εκλεκτική αναρορά περί σώματος. Η αναφορά αυτή συνδέει θεμελιωδώς το σώμα με την εικόνα. Όπως παρουσιάζεται στο «Για ένα προκαταρκτικό ζήτημα…», το στάδιο του καθρέφτη είναι μια θεωρητική κατασκευή που στόχο έχει να επισημάνει πως όταν ο μεταφορικός κόμβος λείπει, το φαντασιακό επιστρέφει στην εσωτερική λογική του, σε μια λογική που το χαρακτηρίζει. Οπωσδήποτε, το στάδιο του καθρέφτη περιλαμβάνει ουσιαστικά μια διαφορά μεταξύ βιολογικού οργανισμού και οπτικού σώματος, μια διαφορά που μπορούμε να την ονομάσουμε χάσμα, όπως κάνει ο Λακάν, δείχνοντας το υποκείμενο διχασμένο σε οργανικές αισθήσεις και στην αντίληψή του της μορφικής ολότητας. Όμως, σύμφωνα με την παρουσίαση του σταδίου του καθρέφτη που έκανε ο Λακάν, η ολική σωματική εικόνα προς την οποία το υποκείμενο ταυτίζεται έχει αξία ζωής. Είναι μια εικόνα που ενσαρκώνει τη ζωτική ισχύ που θα είναι στο μέλλον η ζωτική ισχύς του υποκειμένου.
Το στάδιο του καθρέφτη που ο Λακάν εισήγαγε την εποχή που είχε ενδώσει στην ιδεολογία της [ψυχοσεξουαλικής] ανάπτυξης, παρουσιάζεται, έτσι όπως επικράτησε να ονομάζεται ως ενταγμένο σε μια φάση της ανάπτυξης του παιδιού. Αυτή η φάση θεωρείται πως υποδηλώνει με ποιον τρόπο το παιδί ωθείται προς τα εμπρός από το φαντασιακό που αποτελεί συνεπώς μια μήτρα, μια ουσιαστική ζωτική λειτουργία. Οφείλουμε να αντιληφθούμε πως όταν ο Λακάν αξιοποιεί το στάδιο του καθρέφτη στο «Για ένα προκαταρκτικό ερώτημα…», το εκλαμβάνει δίνοντας έμφαση στην αντίστροφη όψη του, δίνοντας έμφαση στον θάνατο που ενέχεται στη λειτουργία αυτή. Το εισάγει ακριβώς σαν το στοιχείο που επιτρέπει στο ανθρώπινο ζώο να φανταστεί τον ίδιο του το θάνατο. Δίνει μια διαφορετική αξία στο χάσμα, σύμφωνα με την οποία η διάρρηξη και η δυσαρμονία χρεώνεται στον θάνατο.
ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ
Η πατρότητα απασχόλησε τον Φρόιντ σε όλο το έργο του. Η επιστροφή του Λακάν στο κείμενο του πατέρα της ψυχανάλυσης ανέδειξε με τον πιο εμφαντικό τρόπο αυτό το σημείο. Από τις πρώτες κιόλας εργασίες, η εισαγωγή της λακανικής τριάδας του Συμβολικού, Φαντασιακού και Πραγματικού δένεται με το ζήτημα της πατρότητας.
Στη «διάλεξη της Ρώμης» ο Lacan εισήγαγε αυτή τη νέα σημαντική έννοια: «Το όνομα του πατρός». Ο πατέρας ταυτίζεται, μέσω των νόμων της συμβολικής οργάνωσης και της γλώσσας με το Νόμο. Στο όνομα του πατρός πρέπει να αναγνωρίσουμε τη συμβολική λειτουργία η οποία, από την αυγή των ιστορικών χρόνων ταυτίζει το πρόσωπό του με τη μορφή του νόμου. Αυτό ο Lacan μιλάει για το όνομα του πατρός μάλλον παρά για το νόμο του πατρός, είναι γιατί θέλει να εισαγάγει μια διάκριση ανάμεσα σε αυτές τις δύο έννοιες. Ο αστυνομικός είναι ο εκπρόσωπος του νόμου, ο πατέρας είναι ο ίδιος ο νόμος ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι. Αν και η έννοια του «ονόματος του πατρός» είναι κύρια στο έργο του Lacan, είναι δύσκολο να εξηγηθεί απλά. Ο πατέρας είναι ένα πραγματικό ον και σαν τέτοιο κατέχει όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, δηλαδή είναι αδύναμος, κάνει λάθη, σοβαρά μάλιστα και σπάνια αποτελεί παράδειγμα τελειότητας. Όμως το παιδί βλέπει «πίσω» από τον πατέρα του το Νόμο, ο πατέρας είναι ο απευθείας απόγονος, δια του «ονόματός» του, του Νόμου. Περί ποίου Νόμου πρόκειται;
Από τις πρώτες στιγμές της ζωής του ο άνθρωπος συμμορφώνεται με ένα σύνολο αρχών που φαίνεται ότι κυβερνούν τη ζωή στην οικογένεια και πάνω στη γη. Μία από αυτές τις αρχές είναι ότι δεν επιτρέπεται να έχουν τα παιδιά τόσο στενές σχέσεις με τη μητέρα όσο αυτές που έχει μαζί της ο πατέρας. Όμως οι συμβουλές, οι θεσμοθετημένοι από τον αρχηγό της οικογένειας κανόνες δεν εφαρμόζονται από την πλευρά των ενηλίκων. Οι θεσμοθετημένοι από τον πατέρα νόμοι, μέσω της γλώσσας, δεν είναι μόνο επιτεύγματα του πραγματικού πατέρα, είναι συμβολικοί. Αυτοί οι συμβολικοί Νόμοι, που μαντεύουμε επίσης πίσω από την πατρική εξουσία, είναι η θέληση ενός πατέρα υποκειμενικού, απατηλού, του «ονόματος του πατρός».
Πίσω από τον πραγματικό πατέρα κρύβεται ένας φανταστικός πατέρας που είναι φύλακας των Νόμων τους οποίους υποθέτουμε ότι πρέπει να σεβόμαστε. αυτοί οι νόμοι ανταποκρίνονται στην εντελώς υποκειμενική συμβολική οργάνωσή μας. Είναι αυτονόητο ότι αυτή η συμβολοποίηση που εμπεριέχεται στην έννοια του «ονόματος του πατρός» είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ψυχανάλυση.
Οι νόμοι του πραγματικού πατέρα είναι συνηθισμένοι και περιορισμένοι σε συγκεκριμένους τομείς, ενώ οι Νόμοι του συμβολικού πατέρα, του «ονόματος του πατρός», είναι ο τομέας του Θεού και του ναρκισσισμού. Στο μικρό παιδί, η εξουσία τοποθετείται στην εικόνα του πατέρα. Λέμε «εικόνα» εφόσον στη σκέψη του Lacan θα καθιερωθεί μια αποχρώσα διαφορά ανάμεσα στην εικόνα του πατέρα και στον πραγματικό πατέρα. Για να κατανοήσουμε αυτή τη διαβάθμιση, είναι αναγκαία να κατανοήσουμε την έννοια της πατρότητας. Ο κάθε πατέρας θα μπορούσε να πει: «δεν είναι εύκολο να είσαι πατέρας», υπονοώντας ότι δεν είναι εύκολο να είναι τόσο «πατέρας» όσο ήταν ο δικός του πατέρας. Τι σημαίνουν αυτές οι ασάφειες; Ότι η ιδέα που έχουμε για το ρόλο του πατέρα είναι φανταστική, αυτό που θαυμάζουμε στον πατέρα μας δεν είναι ο πραγματικός πατέρας, αλλά η μυθολογική, θεοποιημένη εικόνα που αναπαριστά αυτή η λειτουργία. Πάνω από τον πατέρα υπάρχει ο Πατέρας, ο Lacan κατονομάζει αυτό τον ιδανικό, φαντασιακό, απρόσιτο Πατέρα, το «όνομα του πατρός» σαν η λειτουργία να μην έγκειται στον άνθρωπο, αλλά στο όνομά του, στο συμβολισμό του.
Καθώς η ωριμότητα εγκαθίσταται σιγά σιγά, αυτό που αντιπροσωπεύει ο πατέρας γίνεται το Υπερεγώ. Οι πατρικοί κανόνες δεν είναι εξωτερικοί πλέον στο άτομο, είναι εσωτερικοί. Τι είναι ένας πατέρας; Είναι, βέβαια, αυτός που επιβάλλει την απαγόρευση, περιορίζει την απόλαυση και συμβολίζει το νόμο. Αλλά είναι, επίσης, και αυτός που ενσαρκώνει τη διάσταση της απόλαυσης. Ο πρωταρχικός πατέρας, ο πατριάρχης της πρωτόγονης ορδής, δεν υπόκειται στον ευνουχισμό. Κάθε υποκείμενο, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της σεξουαλικής σχέσης, οφείλει να ενταχθεί στη φαλλική λειτουργία. Η φαλλική λειτουργία στον άντρα οριοθετείται από τον πατέρα αυτόν τον Ένα που αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα της αποκοπής. Από τη στιγμή που ο πατέρας τίθεται ως εξ-ισταμένος το σύνολο των αντρών, μπορεί να υπάρξει.
Η ΠΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ
Τα ακόλουθα τρία Στοιχεία: Όνομα – του – Πατέρα, Επιθυμία της Μητέρας, Υποκείμενο, τα έχει εντάξει ο Λακάν σε μια μεταφορική διάταξη, την αποκαλούμενη «πατρική μεταφορά»: Όνομα – του – Πατέρα. Επιθυμία της Μητέρας → Όνομα – του – Πατέρα - ( Α )
Επιθυμία της Μητέρας Σημαίνεται στο υποκείμενο (φαλλός)
Αυτή η διατύπωση προτάθηκε από τον Λακάν στην εργασία του περί των ψυχώσεων. Η πατρότητα λειτουργεί ως μεταφορά δηλαδή με μια αντικατάσταση ενός σημαίνοντος από ένα άλλο σημαίνον. Αυτό που επιθυμεί η μητέρα είναι για το παιδί σκοτεινό. Έρχεται, φεύγει, που πάει; Αυτό το πέρα δώθε των μετακινήσεων το παιδί το αντιλαμβάνεται ως καθαρή εκ μέρους της αυθαιρεσία. Με το Όνομα – του – Πατέρα σημαίνεται στο παιδί ότι η ερωτική της επιθυμία αφορά κάποιον άλλο και όχι το παιδί. Ο πατέρας είναι, λοιπόν, αυτός ο τρίτος που επιτρέπει στο υποκείμενο να βγει από το φαντασιακό αδιέξοδο. Πράγματι, στο στάδιο του καθρέφτη, αυτός ο άλλος μου εαυτός που βλέπω σαν είδωλο είμαι ταυτόχρονα «εγώ» και ένας «άλλος». Κι ενώ από τη μια πλευρά υπάρχει η ερωτική αιχμαλωσία από το κατοπτρικό είδωλο, από την άλλη παρατηρείται μια αντιπαλότητα, μια επιθετική ένταση ανάμεσα στους δύο όρους. Η φαντασιακή αυτή ταύτιση βασίζεται σε μια λογική αποκλεισμού; ή εγώ ή ο άλλος. Αυτή η Εισαγωγή στην ψυχανάλυση του Λακάν σαν κατάσταση θα ήταν αδιέξοδη αν δεν υπήρχε η διαμεσολάβηση ενός τρίτου. Κατ’ αρχήν, αυτόν τον ρόλο, στο στάδιο του καθρέφτη, τον αναλαμβάνει η μητέρα, που επικυρώνει με το βλέμμα της το κατοπτρικό είδωλο του υποκειμένου. Αλλά και όταν ο πατέρας εισέρχεται με τη σειρά του ως τρίτος, θα πρέπει να περάσει μέσα από το λόγο της μητέρας, από την αναφορά της στον όνομά του. Το πλαίσιο αυτό έχει τεθεί πριν έρθει το παιδί στον κόσμο. Γιατί ο πατέρας δεν έχει μόνο μια θέση στη γέννηση του παιδιού, αλλά και μια θέση στην επιθυμία και στη φαντασίωση της μητέρας, δηλαδή στη σχέση της με το φαλλό.
Κατά την πατρική μεταφορά, το υποκείμενο «βλέπει» τον πατέρα να αναδύεται μέσα από την επιθυμία της μητέρας. Κι επειδή το παιδί βρίσκεται στα δίχτυα αυτής της επιθυμίας της, είναι εκείνη που μπορεί να παρεμβάλει μέσα από το λόγο της τον πατέρα ανάμεσα σ’ αυτήν και το παιδί. Τα σημαίνοντα που σχετίζονται με την ερωτική δουλεία του στη μητέρα – όταν το παιδί ποθούσε να είναι εκείνο το αντικείμενο της μητρικής επιθυμίας, να είναι εκείνο ο φαλλός – αντικαθίστανται από τα σημαίνοντα του πατρικού νόμου και τη συμβολική τάξη. Η επιθυμία του θα προσανατολιστεί στο εξής σε άλλα αντικείμενα, πλην της μητέρας.
Για τον Λακάν, η επιθυμία του ανθρώπου είναι η επιθυμία του Άλλου. Δεν είναι ποτέ καθεαυτή, αλλά πάντοτε ετερόνομη, προσδιορισμένη από τον Άλλο. Γι’ αυτό και το παιδί σύρεται κατ’ ανάγκην από τον πόθο της μητέρας. Αλλά το Όνομα – του Πατέρα έρχεται να συμβολίσει την έλλειψη της μητέρας, την αιτία της απουσίας της. Υποκαθιστά αυτό που ήταν πρωταρχικά η επιθυμία της μητέρας. Με την υποκατάσταση αυτή, αναδύεται η φαλλική σημασία ως προϊόν της αποκοπής του υποκειμένου από μια τέτοια επιθυμία. Στην πατρική μεταφορά, ο φαλλός βρίσκεται σε θέση σημαινόμενου και οτιδήποτε λεχθεί από το υποκείμενο θα ανάγεται τελικά σ’ αυτή την ερωτική, φαλλική σημασία. Αυτό θα σημασιοδοτεί στο εξής την επιθυμία του υποκειμένου.
Οι επιπτώσεις της πατρικής μεταφοράς είναι η απώλεια και η μερικότητα. Υπάρχει απώλεια, γιατί ένα μέρος απόλαυσης είναι στο εξής απαγορευμένο. Μέρος όμως της φαλλικής απόλαυσης είναι πλέον επιτρεπτό. Το Όνομα – του Πατέρα είναι α–πρόφερτο, εξ–ιστάμενο από το απόθεμα των άλλων σημαινόντων, τον Άλλο. Έτσι, ο Άλλος, «θησαυρός των σημαινόντων» όπως τον αποκαλεί ο Λακάν, τίθεται ως ένα πεπερασμένο σύνολο που σημαδεύεται από ένα σημαίνον που είναι εξωτερικό ως προς αυτό το σύνολο: το Όνομα – του – Πατέρα. Όπως παλιότερα το οιδιπόδειο σύμπλεγμα του Φρόιντ, έτσι και η πατρική μεταφορά που αποτελεί τη λακανική αναδιατύπωση του πλέγματος, θα αποτελέσει το σημείο αναφοράς των υποκειμενικών δομών. Αν η πατρική μεταφορά δε λειτουργήσει, αποκλείεται το Όνομα – του – Πατέρα . Αυτός ο αποκλεισμός του Ονόματος χαρακτηρίζει την ψύχωση. Ο ψυχωτικός μένει στην αιχμαλωσία της φαντασιακής σχέσης με τον άλλο στην ερωτική ή στην επιθετική της μορφή. Για την έκλυση της ψύχωσης θα πρέπει «να κληθεί από το υποκείμενο και να τεθεί σε συμβολική αντιπαράθεση μαζί του το Όνομα – του – Πατέρα, εκείνο το Όνομα που είναι verworfen, αποκλεισμένο, που δεν ήρθε δηλαδή ποτέ στη θέση του Άλλου». Αντιμετωπίζοντας ένα πρόβλημα σχετικό με την πατρότητα που μπορεί να μην έχει να κάνει με το γονιό του, το υποκείμενο επικαλείται το Όνομα εκείνο που τη στηρίζει, αποκαλύπτοντας ότι η θέση είναι άδεια και ότι τίποτα δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά του. Αυτή η συμβολική αντιπαράθεση με το αποκλεισμένο όνομα γίνεται σε ορισμένες σημαδιακές στιγμές της ζωής του υποκειμένου. Η μη – διεκπεραίωση της πατρικής μεταφοράς ανοίγει ένα χάσμα στη σημασία που προκαλεί «αλλεπάλληλες αναδιευθετήσεις στο σημαίνον, με ολοένα και πιο ολέθρια για το φαντασιακό αποτέλεσμα, έως ότου σημαίνον και σημαινόμενο, σταθεροποιηθούν στο ψυχωτικό παραλήρημα». Στην προκειμένη περίπτωση, τα σημαίνοντα του Άλλου αποδεσμεύονται από την εστίαση στη φαλλική σημασία. Από δω προέρχεται και η τεράστια προσπάθεια που καταβάλλει το υποκείμενο να ξαναδώσει στον κόσμο του σημασία, για να μπορέσει να τον «κατοικήσει».
TΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΒΟΡΡΟΜΕΙΟ ΚΟΜΒΟ
Τα τελευταία χρόνια της διδασκαλίας του, ο Λακάν επιχειρεί μια ακόμα θεωρητική αναδόμηση. Επανέρχεται στο ζήτημα του πατέρα χρησιμοποιώντας το βορρόμειο κόμβο, που βλέπουμε αναδρομικά πόσο πολύ του χρειαζόταν. Σ’ αυτό το ζήτημα βλέπουμε πάλι τη διαδρομή του Λακάν να κινείται παράλληλα προς το Φροϋδικό έργο. Με το βορρόμειο κόμβο τίθεται εκ νέου η θεματική της πατρότητας, μαζί με έναν προβληματισμό που αφορά το στόχο της αγωγής: Είναι δυνατή η υπέρβαση του οιδιπόδειου συμπλέγματος;
Ο Λακάν, βέβαια, ήταν αυτός που επανέφερε το ζήτημα του πατέρα σε μια εποχή που το παραμερίζει, για να ασχοληθεί με τα προ – οιδιπόδεια στάδια, τις πρώιμες σχέσεις παιδιού και μητέρας. Ήταν αυτός που αποκατέστησε, δίνοντας την αρμόζουσα θέση, την πατρική λειτουργία και την κεντρικότητα του φαλλού, κάνοντας, μέσω της κατηγορίας του Συμβολικού, τις απαραίτητες διορθώσεις στις επεξεργασίες της Μέλανι Κλάιν. Όμως η επιδίωξή του ήταν να βρει κάτι πέρα από το οιδιπόδειο πλέγμα. Για τον ελιγμό αυτό, στο ζήτημα της πατρότητας προωθεί το αντικείμενο μικρό α και την τοπολογία του βορρόμειου κόμβου. Ήθελε να υπερβεί τα φροϋδικά αδιέξοδα όσον αφορά το τέλος της ψυχαναλυτικής αγωγής, τη στόχευση και τον τερματισμό της. Το διακύβευμα ήταν η αλήθεια και το πρόβλημα ήταν αυτό το «αμετακίνητο σημείο του συμβολικού ευνουχισμού».
Στις διατυπώσεις για την ένταξη στο φύλλο διαφαίνεται αυτός ο προσανατολισμός: «Το όνομα – του – Πατέρα δεν μπορεί να αφομοιωθεί από την τριαδική λογική του Πραγματικού, του Συμβολικού και του Φαντασιακού, όπως δεν μπορεί να αφομοιωθεί και από τους τύπους της ένταξης στο φύλο. Όπως υπάρχει μια απόκλιση ανάμεσα στο Όνομα – του Πατέρα και την τριάδα, έτσι υπάρχει και μια απόκλιση ανάμεσα σε αυτό και στις διατυπώσεις περί φαλλικής απόλαυσης». Πράγματι, ο Λακάν δεν επιχειρεί να «διασώσει» τον πατέρα όπως έκανε ο Φρόιντ.
Άλλωστε, ο διαχωρισμός ανάμεσα στο γεννήτορα και το Όνομα – του – Πατέρα επέτρεψε να αποσαφηνιστούν πράγματα που διαφορετικά θα έμεναν ασαφή, να γίνουν δηλαδή οι απαραίτητες διακρίσεις ανάμεσα στη φαλλική λειτουργία, το συμβολικό πατέρα, την πατρική μεταφορά. Σε παλιότερες επεξεργασίες του, ήδη από τη διατύπωση της πατρικής μεταφοράς, το Όνομα - του - Πατέρα κατείχε μια ιδιαίτερη θέση στη συμβολική τάξη. Αυτό το πατρικό σημαίνον, παρότι δεν ανήκει στο σύνολο των σημαινόντων του Άλλου, στηρίζει αυτό το σύνολο.
Αλλά με ποιο τρόπο μπορεί να τοποθετηθεί το Όνομα – του – Πατέρα στο νέο μοντέλο του κόμβου; Δεν μπορεί πια να τεθεί ως στοιχείο του Συμβολικού. Ούτε να εγγραφεί ακριβώς σε καμιά από τις τρεις διαστάσεις. Ούτε και μπόρεσε ο Λακάν να το εντάξει σε κάποιο από τις διατομές του κόμβου, στις ενδιάμεσες θέσεις, εκείνες που δημιουργεί η πλοκή των τριών δακτυλίων. Θα το δούμε λοιπόν να εισάγεται με ένα ρηξικέλευθο τρόπο, για να δώσει λύση σε ένα ζήτημα που θέτει ο κόμβος, το ζήτημα της ονομασίας των τριών διαστάσεων. Η ισοδυναμία των τριών δακτυλίων ως προς τις τρεις ιδιότητες που ο καθένας τους διαθέτει, εκστατικότητα, άνοιγμα, συστατικότητα, δημιουργεί την ανάγκη ονομασίας τους, ώστε να μπορούν να διακριθούν μεταξύ τους. Κατ’ αρχήν, ο Λακάν θα προτείνει τρεις ονομασίες, καθεμιά από τις οποίες αντιστοιχεί σε μία από τις τρεις διαστάσεις. Αλλά θα εγκαταλείψει αυτή τη λύση, προτείνοντας αντ’ αυτής ένα βορρόμειο κόμβο με τέσσερις κρίκους. Ο τέταρτος κρίκος θα είναι το Όνομα – του – Πατέρα. Έτσι, αφ’ ενός συνέχει τους τρεις άλλους κρίκους και αφ’ ετέρου δίνει τις ονομασίες ως Ονομάζων πατέρας. Πράγματι, για την ονοματοδοσία χρειάζεται το τέταρτο στοιχείο. Αλλά τίθεται ένα πρόβλημα. Γιατί σε αυτό τον τόπο της πατρότητας από τον οποίο κάθε ονομασία εκπορεύεται υπάρχει ένα χάσμα;
Ο πατέρας δεν είναι μόνο ο θεματοφύλακας της απόλαυσης. Αναδύεται στη συμβολική τάξη ως νεκρός πατέρας. Αυτός ο νεκρός πατέρας έρχεται να συμβολίσει την έλλειψη που υπάρχει στον Άλλο, την έλλειψη της μητέρας. Η επιθυμία της μητέρας δεν μπορεί να πληρωθεί από το παιδί, όπως αυτό δεν παύει να εύχεται. Κάτι λοιπόν λείπει από την απόλαυση, πρώτον διότι κάτι αποσπάται από το παιδί και δεύτερον διότι κάτι λείπει από την ίδια τη μητέρα. Η έλλειψη αυτή δε βασίζεται στο γεγονός ότι η μητέρα είναι για το παιδί απαγορευμένη. Δεν είναι, δηλαδή αποτέλεσμα της απαγόρευσης. Αντίθετα, προηγείται της επιβολής του απαγορευτικού πατρικού νόμου. Μάλιστα, μέσω της προγενέστερης αυτής έλλειψης θα γίνει η είσοδος του παιδιού στο οιδιπόδειο πλέγμα. Διότι ο πατέρας έρχεται να σημασιοδοτήσει αυτήν ακριβώς την έλλειψη. Σ’ αυτό το σημείο, το νευρωτικό υποκείμενο θα δημιουργήσει μια φαντασίωση. Θα φαντασιωθεί έναν πατέρα που δεν γνωρίζει φραγμό στην απόλαυσή του, τον πρωταρχικό πατέρα, όχι βέβαια στην προϊστορία της ανθρωπότητας αλλά στη δική του προϊστορία.
Για να διερευνήσει αυτή τη νέα παθολογική μορφή και να επανεκτιμήσει το ρόλο της πατρικής λειτουργίας, ο Λακάν στηρίχτηκε στο έργο του Τζέιμς Τζόυς. Στον Τζόυς, ο αποκλεισμός του πατρικού σημαίνοντος δεν επιφέρει την ψύχωση, γιατί υπάρχει κάτι που την αντισταθμίζει. Το εγώ του αναλαμβάνει τη σύσταση του κόμβου και η τέχνη του «αναπληρώνει αυτό που μπορεί να λείπει από τη φαλλική του τοποθέτηση».
Στη νεύρωση, ο τέταρτος κρίκος που κρατά μαζί τους άλλους της γνωστής τριάδας είναι το Όνομα – του – Πατέρα. Για τον νευρωτικό, ο πατέρας δεν αποτελεί τελικά παρά ένα σύμπτωμα. Θα τον αναζητά μέσα ακριβώς από τα προβλήματα που συναντά η απόλαυσή του: Όλα συνέχονται από το γεγονός ότι το Όνομα – του – Πατέρα είναι επίσης ο Πατέρας των ονομάτων. Αυτό όμως δεν καθιστά το σύμπτωμα λιγότερο αναγκαίο. Από αυτή την άποψη, το Όνομα – του – Πατέρα είναι ένα σημείο του πραγματικού που οργανώνει τον κόσμο του νευρωτικού.
Ο Λακάν υπό αυτή τη νέα προοπτική, επανεκτίμησε και το θέμα της ψύχωσης. Η αγωγή ψυχωτικών υποκειμένων θα προσανατολιστεί στη δυνατότητα αναδόμησης με βάση ένα «σημείο του πραγματικού», που θα επιτρέψει στη συνέχεια την ταύτιση με το σύμπτωμα.

Συμβολικό – Φαντασιακό – Πραγματικό (RSI) J.L.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ – ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ – ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ (RSI)
Θα γίνει λόγος για την τριαδική κατανομή των διαστάσεων που εισήγαγε ο Λακάν και που είναι ουσιώδεις για την ανθρώπινη πραγματικότητα. Αυτές οι τρεις διαστάσεις είναι το Συμβολικό, το Φαντασιακό και το Πραγματικό. Θα δοθούν ορισμοί και θα διερευνηθούν, θα εξεταστούν και θα αποσαφηνιστούν ξεχωριστά τα τρία αυτά πεδία. Τέλος, θα διατυπωθεί η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα τρία αυτά πεδία και ο τρόπος που συνδέονται μεταξύ τους. Εισάγοντας αυτές τις τρεις διαστάσεις, ο Λακάν ήθελε να επανατοποθετήσει τις τοπικές κατανομές του Φρόιντ. Αλλά, επίσης, και να αντιταχθεί στις παρεκκλίσεις αμερικανικής προέλευσης που υποβάθμιζαν την ψυχαναλυτική πρακτική σε μια προσαρμογή του υποκειμένου προς το κοινωνικό περιβάλλον και σε μια ενίσχυση του Εγώ.
ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ
Το Συμβολικό παραπέμπει αφ’ ενός στο λέγειν που, κατά τον Σωσύρ, περιλαμβάνει γλώσσα και ομιλία και αφ’ ετέρου στη συμβολική λειτουργία, έτσι όπως την εννοούσε ο Κλώντ Λεβί Στρως, ως ρυθμιστική λειτουργία των ανταλλαγών μέσα στις κοινωνικές ομάδες. Το μέσο έκφρασης του ανθρώπου είναι η γλώσσα του, που ο Lacan την προσδιορίζει με τη λέξη «συμβολικό».
Η συμβολική διάσταση πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί υπόψη, μια που αφορά «την ίδια τη δομή του λέγειν». Στην ίδια γραμμή σκέψης, το σύμπτωμα θα προσδιοριστεί ως μια φιμωμένη ομιλία που πρέπει να ελευθερωθεί. Ο συμβολικός νόμος οργανώνει τις κοινωνικές ανταλλαγές, καθορίζοντας διαμέσου των απαγορεύσεών τους δυνατούς τρόπους κυκλοφορίας των αγαθών. Η τάξη της γλώσσας περιλαμβάνει και αναπαριστά αυτόν τον νόμο. Η ομιλία και η γλώσσα προσλαμβάνουν ένα συμβολικό χαρακτήρα πέρα από την απλή ανταλλαγή πληροφοριών. Η προαγωγή της συμβολικής τάξης (που περιλαμβάνει ομιλία και γλώσσα) θα είναι το βασικό όπλο της κριτικής που θα ασκήσει σ’ αυτό που θεωρεί ότι είναι μια εκτροπή από την ψυχανάλυση. Η παρέκκλιση αυτή δίνει έμφαση στο φαντασιακό, κυρίως στη φαντασιακή σχέση του υποκειμένου με ένα αντικείμενο, μια σχέση η οποία πρέπει να ακολουθήσει μια πορεία ωρίμανσης. Το υποκείμενο είναι ένας άδειος τόπος, ένα πραγματικό χάσμα που δημιουργείται από το Συμβολικό και εμφανίζεται διχασμένο. Το Εγώ δεν είναι παρά το πέπλο που καλύπτει αυτόν τον διχασμό. Ο Φρόιντ κάνει διάκριση μεταξύ Ιδανικού του Εγώ και Ιδανικού Εγώ. Το ιδανικό του Εγώ, ως ιδανικό του υποκειμένου, ανήκει στο Συμβολικό, ενώ το Ιδανικό Εγώ, ο ιδανικός εαυτός που παρουσιάζει κάθε φορά η κατοτροπική ταύτιση ανήκει στο φαντασιακό. Το ιδανικό του Εγώ λειτουργεί ως οδηγός, ως σημείο αναφοράς του υποκειμένου. Τοποθετείται επέκεινα των φαντασιακών ταυτίσεων, ρυθμίζοντας τις σχέσεις μας με τους άλλους σε μια πραγματικότητα που έχει ήδη μπει σ’ ένα πλαίσιο. Η ρύθμιση του φαντασιακού γίνεται από το Συμβολικό. Μας επιτρέπει να αποδεσμευτούμε από το αδιέξοδο της φαντασιακής σχέσης, μιας κατάστασης δυαδικής και ναρκισσιστικής, που χωρίς την παρεμβολή της συμβολικής διάστασης αποδεικνύεται θανάσιμη, επιβάλλοντας ένα δίλημμα αποκλεισμού: «ή εγώ ή αυτός».
Ο Φρόιντ είχε συσχετίσει το Ιδανικό του Εγώ με το Υπερεγώ, και ο Λακάν τον ακολουθεί και σ’ αυτό το σημείο, λέγοντας ότι ενσαρκώνει τις απαιτήσεις του συμβολικού νόμου. Ο Λακάν υπενθυμίζει εξάλλου ότι το Εγώ δεν είναι ποτέ μόνο του. Αποτελεί πάντα ένα περίεργο δίδυμο μαζί με το Ιδανικό του Εγώ. Η εισαγωγή του Συμβολικού βασίζεται στο απλό γεγονός ότι όλη η εμπειρία της αγωγής κινείται στο πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας. Η αποτελεσματικότητά της βασίζεται στο λόγο. Το λέγειν είναι μια ικανότητα και μια λειτουργία, του οποίου η γλώσσα (langue) δεν αποτελεί παρά «ένα καθορισμένο μέρος». Ανάμεσα στα άλλα φαινόμενα του λέγειν η γλώσσα έχει την πρωτοκαθεδρία. Αυτό που λείπει στη γλώσσα για να επιτελέσει τη λειτουργία του λέγειν είναι η ομιλία, δηλαδή μια έναρθρη εκπομπή, μια ατομική πράξη: Η γλώσσα είναι για μας το φαινόμενο του λέγειν χωρίς την ομιλία. Για τον Λακάν, η διάκριση γλωσσικού φαινομένου και ομιλίας αντιστοιχεί στη διάκριση ανάμεσα σ’ αυτό που είναι καθολικό και σ’ αυτό που είναι καθολικό και σ’ αυτό που είναι πολύ ιδιαίτερο. Όταν μιλάμε στους άλλους, υποθέτουμε ότι μιλάμε σε υποκείμενα. Η ομιλία υποθέτει την υποκειμενικότητα, γιατί ο άλλος μπορεί να μας εξαπατήσει. Αλλά καθώς δε γνωρίζουμε την υποκειμενικότητα τον συνομιλητή, είναι σαν να κυνηγάμε μια «σκιά». Αντίθετα, η γλωσσική λειτουργία έχει μια αντικειμενικότητα. Επιτρέπει να ονομάσουμε τα πράγματα αλλά και τους ομοίους μας. Έτσι, στο Συμβολικό συναντούμε τον άλλο σε δύο επίπεδα: ως πραγματολογική αναφορά της γλώσσας και ως υποτιθέμενο υποκείμενο προς το οποίο απευθυνόμαστε.
Η συμβολική τάξη είναι το λέγειν (ομιλία και γλώσσα). Η διατύπωση του Λακάν «το ασυνείδητο είναι δομημένο όπως ένα λέγειν» υπογραμμίζει την επικυριαρχία του Συμβολικού επί του Φανταστικού και καθορίζει τον προσανατολισμό της ψυχαναλυτικής αγωγής. Πριν απ’ όλα, ο άνθρωπος είναι ένα ον που μιλά. Όταν ο Λακάν εισήγαγε την τριάδα, υπήρχε μια σαφής επικυριαρχία του Συμβολικού επί του Φαντασιακού. Αλλά με τη μελέτη της Λογικής της φαντασίωσης, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60, εγκαινιάζεται ένας νέος προσανατολισμός στη στόχευση της αγωγής. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, το πρωτείο του Συμβολικού στην ψυχαναλυτική αγωγή, η θεώρηση της αγωγής ως διαδικασίας συμβολισμού, την καθιστά δέσμια του συνόλου των σημαινόντων τη δεσμεύει στα όρια του Συμβολικού.
Μια από τις σκοπιμότητες της ψυχανάλυσης είναι να βρει τη γλώσσα, τη συμβολική ανταλλαγή που επιτρέπει στα ανθρώπινα όντα να συνδέονται μεταξύ τους. Το συμβολικό λοιπόν δηλώνει, στη λακανική θεωρία, τη συνολική τάξη της γλώσσας. Το συμβολικό είναι εκείνο που μας παραδίδει όλο το σύστημα του κόσμου. Ο άνθρωπος γνωρίζει τα πράγματα επειδή έχει λέξεις και ο αριθμός των πραγμάτων που γνωρίζει αντιστοιχεί στον αριθμό των πραγμάτων που μπορεί να κατονομάσει. Αυτό είναι αναμφίβολο. Συνοψίζοντας λοιπόν θα λέγαμε ότι το συμβολικό προσδιορίζει την τάξη του λόγου και της συμβολικής έκφρασης που συνιστά το ψυχαναλυτικό πεδίο.
Ο ΣΥΜΒΟΛΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
Η διδασκαλία του Λακάν αρχίζει στην Εισήγηση της Ρώμης με την προαγωγή της λειτουργίας της ομιλίας και του πεδίου της γλώσσας, με την προαγωγή της συμβολικής τάξης.
Ποια επίπτωση έχει στη θεωρία των ενορμήσεων; Η πρώτη επίπτωση είναι ότι αποσυμπλέκει ενορμήσεις ζωής και ενορμήσεις θανάτου, ότι καταργεί την ενότητα που είχε εκφραστεί με τον ιδιόμορφο τρόπο του όρου «αρνητική» λίμπιντο. Η πρώτη επίπτωση του δομισμού του Λακάν, δηλαδή του γεγονότος ότι δίνεται προβάδισμα στη σημασία έναντι της ικανοποίησης, είναι ότι παραπέμπονται οι ενορμήσεις ζωής στο φαντασιακό ενώ η ενόρμηση θανάτου προσφύεται στο συμβολικό.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αφιερώνεται το συμπέρασμα της Εισήγησης της Ρώμης του Λακάν, το οποίο αποσκοπεί στο να δείξει τη στενή σχέση που ενώνει το ένστικτο θανάτου με το πρόβλημα του λόγου. Αποσυμπλέκει λοιπόν ενορμήσεις ζωής και ενορμήσεις θανάτου κάτω από την επίδραση του δομισμού. Παραπέμπει τις ενορμήσεις ζωής στο φαντασιακό, ενώ καθιστά το ένστικτο θανάτου αντιβιολογική έννοια. Διαχωρίζει αυτό που πριν από το δομισμό του είχε ο ίδιος συνενώσει. Ο δομισμός του Λακάν δίνει στον θάνατο ακριβώς ειρωνικό καθεστώς, παρά καθεστώς βιολογικό. Ειρωνικό σημαίνει εδώ ένα καθεστώς που αμφισβητεί τα ίδια τα θεμέλια του είναι. Τούτο πάντως προϋποθέτει ότι η επιθετικότητα δεν εξαντλεί τις παραμέτρους του φροϋδικού θανάτου. Η σύζευξη που είχε γίνει προηγουμένως προϋπέθετε την αναγωγή της ενόρμησης θανάτου στην επιθετικότητα. Η Εισήγηση της Ρώμης διαχωρίζει αντιθέτως την επιθετικότητα και την ενόρμηση θανάτου. Ο εν λόγω θάνατος είναι ο προδικαζόμενος θάνατος ή, όπως λέει ο Λακάν, το όριο της ιστορικής λειτουργίας του υποκειμένου. Το επιθετικό «ιστορικός» αντιδιαστέλλεται εδώ προς το «βιολογικός». Ο καθαυτό φροϋδικός θάνατος δεν είναι ο βιολογικός θάνατος, αλλά το ιστορικό όριο. Είναι μια εκδοχή του προς-θάνατον, είναι υπό τη Χαϊντεγκεριανή έννοια, αλλά νοούμενη με βάση τη λειτουργία του σημαίνοντος, δηλαδή ως συμβολικός θάνατος.
Τι είναι τούτος ο συμβολικός θάνατος που είναι κατά βάθος ο δεύτερος θάνατος;

Πρώτον, είναι ένας θάνατος που είναι παρών μέσα στη ζωή, ένας θάνατος που ντουμπλάρει κάθε στιγμή τη ζωή με τις μορφές του σημαίνοντος. Δεύτερον, είναι ο θάνατος που το σύμβολο κουβαλάει. Εδώ εντάσσεται η διατύπωση που έχω από χρόνια υπογραμμίσει, για το σύμβολο που εκδηλώνεται αρχικά σαν φόνος του Πράγματος, και που θα αποκτήσει αργότερα στον Λακάν μια λιγότερο δραματοποιημένη εκδοχή με τη μορφή της μπάρας που έρχεται και διαγράφει κάθε αντικείμενο προορισμένο να υψωθεί στην αξία του σημαίνοντος. Τρίτον, είναι ένας θάνατος που εξατομικεύει, σε αντίθεση με τον φυσικό θάνατο, τον θάνατο του ζώου, που δεν έχει εξατομικευτική διάσταση. Ο συμβολικός θάνατος κορυφώνεται με την αυτοκτονική πράξη. Η αυτοκτονία ως συμβολική πράξη μένει παντοτινά παρούσα στη μνήμη των ανθρώπων.
Τέταρτον, είναι ένας θάνατος που με την ίδια κίνηση που ακινητοποιεί το έμβιο σώμα, το διαιωνίζει. Ο συμβολικός θάνατος είναι ένας θάνατος που εξασφαλίζει μια σημαίνουσα επιβίωση, που βγάζει σε μια ζωή άλλου είδους από τη βιολογική. Σε μια ζωή που είναι υπερβατική ως προς την κληρονομημένη από το ζώο ζωή, όπως λέει ο Λακάν.
Αυτή την επιβίωση στο επέκεινα της βιολογικής ζωής, αυτή τη σημαίνουσα επιβίωση που αποκτά υλική διάσταση με την ταφή ο Λακάν τη χαρακτηρίζει ως: «Τη μόνη ζωή που διαρκεί και που είναι η όντως ζωή, διότι μεταδίδεται χωρίς να χάνεται μέσα στη διαιωνιζόμενη από υποκείμενο σε υποκείμενο παράδοση.
Ο συμβολικός θάνατος νοείται σε αυτή τη βάση αφενός σαν άρνηση της βιολογικής ζωής, όπως καταμαρτυρεί η αυτοκτονική πράξη, αλλά επίσης σαν επιβεβαίωση της συμβολικής ζωής πέραν της βιολογικής. Νοείται μάλιστα από τον Λακάν σαν μια επιβεβαίωση της συμβολικής ζωής εντεύθεν της βιολογικής ζωής, στον βαθμό που η ύπαρξη του υποκειμένου αποκτά το νόημά της βάσει του θανάτου. Ας επιμείνουμε πάντως στο γεγονός ότι ο δομισμός του Λακάν θεμελιώνει τη συν- υπαγωγή του συμβολικού και του θανάτου, οπότε αποκλείει την απόλαυση από το συμβολικό, καθότι η απόλαυση προϋποθέτει τη βιολογική ζωή, και την απωθεί στο Φαντασιακό. ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ
Το Φαντασιακό αναφέρεται στη σχέση με την εικόνα των ομοίων μας και με την παράσταση του ίδιου μας του σώματος. Αυτό που εμφανίζεται αρχικά στην αναλυτική πρακτική είναι το Φαντασιακό στοιχείο, και μάλιστα όταν λησμονείται ότι πριν απ’ όλα η ανάλυση είναι μια εμπειρία ομιλίας. Οτιδήποτε έχει να κάνει μ’ ένα είδος αιχμαλωτίζουσας σαγήνης, με την αυταπάτη, με την ικανοποίηση του εαυτού μας, ανήκει στο Φαντασιακό. Ο Λακάν αναφέρεται στην εθολογία, στη συμπεριφορά των ζώων, για να εικονογραφήσει αυτό το σημείο. Από την επίδειξη που προηγείται μέχρι και τη συμπλοκή, το ένα ζώο δείχνει σημεία στο άλλο για να τα δει. Η σεξουαλικότητα υπόκειται κατεξοχήν στη Φαντασιακή τάξη. Όμως, στον άνθρωπο όλα αυτά τα φαντασιακά στοιχεία έχουν και μια συμβολική διάσταση. Για να αναλυθούν, πρέπει να εντοπιστούν στο συμβολικό πεδίο. Πράγματι, πρέπει να διακριθεί αυτό που είναι φαντασιακό από αυτό που είναι αναλύσιμο. Ο Φρόυντ μας έδωσε σχετικά το παράδειγμα του ονείρου. Όπως απέδειξε στο έκτο κεφάλαιο της ερμηνείας των ονείρων, οι ονειρικές εικόνες πρέπει να διαβαστούν σαν ένας γρίφος για να μπορέσουν να αποκρυπτογραφηθούν. Αν σταματήσουμε στις εικόνες, αν αφεθούμε στη σαγήνη τους, δε θα μπορέσουμε να τις αναλύσουμε.
Η φαντασιακή σχέση του υποκειμένου με το είδωλο της κατοπτρικής του εικόνας και τους ομοίους του φτάνει στο απροχώρητο και οδηγεί σε θανάσιμες αναμετρήσεις του τύπου: ή ο ένας ή ο άλλος. Για να υπάρξει κοινωνικός δεσμός, χρειάζεται και ένας τρίτος όρος ανάμεσα στο υποκείμενο και την κατοπτρική του εικόνα. Ο Νάρκισσος, που κατά το μύθο πνίγεται για να ενωθεί με την αντανάκλαση της εικόνας του στα νερά, δείχνει τα όρια του προτύπου που ονομάστηκε ναρκισσιστικό. Αυτός ο τρίτος όρος, αυτό το στοιχείο διαμεσολάβησης, είναι η ομιλία και η γλώσσα. Καθώς δηλώνει ο ίδιος ο Λακάν το 1953, η ομιλία έχει μια διαμεσολαβητική λειτουργία που «αλλάζει τους συνομιλητές». Αλλά η ομιλία δεν είναι μόνο μια εκπομπή έναρθρου ήχου. Είναι και κάτι πέρα απ’ αυτό, είναι μια «πράξης», όπως φαίνεται από εκφράσεις του τύπου «δίνω το λόγο μου»: «Επιτρέπει σε δύο ανθρώπους να υπερβούν εκείνη τη θεμελιώδη επιθετική σχέση που αποτελεί ο κατοπτρισμός του ομοίου μας». Έτσι, η ομιλία γίνεται συστατικό στοιχείο «της ίδιας της πραγματικότητας».
Σε αυτή τη λακανική προοπτική, το φαντασιακό πρέπει να «αποστεγνωθεί» μέσα από την ανάλυση, να αναχθεί δηλαδή μέσα από την ομιλία και τη συμβολική της λειτουργία. Η τέχνη του αναλυτή είναι να θέσει σε εκκρεμότητα, να καταστήσει αβέβαιες τις βεβαιότητες του υποκειμένου, έως ότου εξαντληθούν και τα τελευταία φαντασιακά του καθρεφτίσματα. Η έκβαση αυτή θα προκύψει μέσα από το λόγο. Όπως προείπαμε, το Ιδανικό Εγώ, ο ιδανικός εαυτός που παρουσιάζει κάθε φορά η κατοπτρική ταύτιση, ανήκει στο φαντασιακό. Το ιδανικό Εγώ, ο ιδανικός εαυτός, αναφέρεται στο Εγώ. Τούτο έλκει την καταγωγή του από τη συσσωμάτωση, δηλαδή, και αλληλοεπικάλυψη φαντασιακών ταυτίσεων με τον κάθε φορά ιδανικό μας εαυτό. Επίσης, ως αντίκρισμα στο ιδανικό σημείο παρατήρησης, δίνει μορφή στο Ιδανικό του Εγώ. Το υποκείμενο αναγνωρίζεται ως μορφή, ως εικόνα και μέσω αυτής μετέχει στη φαντασιακή λειτουργία. Αυτή η ταύτιση επιτρέπει στον άνθρωπο να εγκαθιδρύσει τη φαντασιακή του σχέση με τον κόσμο και ρυθμίζει τις ερωτικές του επενδύσεις. Ο Λακάν δείχνει αυτό που κάθε φορά σταθεροποιεί την ταύτιση με το είδωλο, αν όμως λείπει αυτός ο παράγοντας, το είδωλο αυτονομείται και μπορεί να βρεθεί δίπλα μας. Ο Λακάν θα υπενθυμίσει εξάλλου ότι το εγώ δεν είναι ποτέ μόνο του. Αποτελεί πάντα ένα περίεργο δίδυμο μαζί με το Ιδανικό του Εγώ.
Ο Λακάν ξεκίνησε από την ψύχωση. Λόγω της σπουδαιότητας των ναρκισσιστικών φαινομένων που εκδηλώνεται σ’ αυτήν, επεξεργάστηκε ένα μοντέλο που ισχύει γενικά, και όχι μόνο για τους ψυχωτικούς. Στο πλαίσιο αυτού του μοντέλου, το Υποκείμενο και το Εγώ είναι διακεκριμένα μεταξύ τους. Το Εγώ ανήκει στη φαντασιακή τάξη και είναι ο τόπος μιας ριζικής παραγνώρισης η οποία επικαλύπτει και αποκρύπτει το υποκείμενο. Από τη μεγαλομανία του Εγώ προέρχεται αυτό που ο Λακάν θα αποκαλέσει παρανοϊκή γνώση. Η φαντασίωση είναι το «πλαίσιο» της σχέσης του υποκειμένου με τον κόσμο και τα αντικείμενά του. Η φαντασίωση είναι για τον Φρόυντ ένα σενάριο που με τρόπο παραμορφωτικό σκηνοθετεί την εκπλήρωση μιας ασυνείδητης επιθυμίας. Είναι έκφραση απωθημένης επιθυμίας, αλλά και πρότυπο των συνειδητών και ασυνείδητων πόθων του υποκειμένου. Ο Λακάν θα επιμένει στη λεκτική διάσταση της φαντασίωσης στη φαντασιακή της εκδοχή, αλλά και στη συμβολική της άρθρωση που σχετίζεται με το Πραγματικό. Η φαντασίωση μπορεί να καλύψει το διχασμό του υποκειμένου που σημειώνεται με τη διαγραφή και να θέσει σε ένα υποκειμενικό «πλαίσιο» τον πραγματικό κόσμο.
Η φαντασίωση συνιστά σημείο αναφοράς στην αγωγή. Μέσω της φαντασίωσης συσχετίζονται η επιθυμία του αναλυτή και η μεταβίβαση. Και μέσα στη φαντασίωση κεντρικό ρόλο παίζει το αντικείμενο. Μάλιστα, μία από τις τελικές στοχεύσεις της ψυχανάλυσης είναι η απογύμνωση αυτού του αντικειμένου. Το φαντασιακό είναι μια τυπικά ανθρώπινη παραγωγή, προϊόν της ευφυΐας μας. Δεν μπορεί να εκφραστεί μέσα στο πραγματικό παρά μόνο διαμέσου της οδού του συμβολικού, δηλαδή της γλώσσας. Το φαντασιακό είναι σίγουρα οδηγός ζωής για όλο το ζωικό βασίλειο. Η εικόνα παίζει κεφαλαιώδη ρόλο και στο δικό μας το βασίλειο, μόνο που αυτόν τον ρόλο τον ξαναπιάνει, τον ξαναζυμώνει, τον ξαναζωντανεύει εξ ολοκλήρου η συμβολική τάξη. Η εικόνα είναι πάντα λίγο-πολύ ενσωματωμένη σε αυτή την τάξη, η οποία ορίζεται στον άνθρωπο από τον χαρακτήρα οργανωμένης δομής που έχει.
Στην τάξη του φαντασιακού δεν υφίσταται τρόπος να δώσει κανείς μια ακριβή σημασία στον όρο ναρκισισμός. Στην τάξη του φαντασιακού, η αλλοτρίωση είναι στοιχείο συστατικό. Η αλλοτρίωση είναι το φαντασιακό ως τέτοιο. Δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτε από τον τρόπο προσέγγισης της ψύχωσης στο επίπεδο του φαντασιακού, διότι ο φαντασιακός μηχανισμός είναι εκείνο που δίνει στην ψυχωτική αλλοτρίωση τη μορφή της, αλλά όχι τη δυναμική της. Είναι, επίσης αναμφίβολο ότι η φαντασιακή σχέση συνδέεται με την ηθολογία, με την ψυχολογία των ζώων. Η σεξουαλική σχέση εξυπακούει την αιχμαλώτιση από την εικόνα του άλλου. Με άλλα λόγια το φαντασιακό φαίνεται να είναι ο καθαυτό τομέας της ερωτικοποίησης του αντικειμένου. Είναι αυτό που εκ πρώτης όψεως καθίσταται έκδηλο σε μας. Η φαντασίωση είναι ο όρος που ο Λακάν προήγαγε για να συμπυκνώσει ότι συνιστά λιβιδινική ικανοποίηση στον Φρόυντ. Η πυκνότητα αυτού του όρου θα διατρέξει ασταμάτητα τη διδασκαλία του Λακάν. Ό,τι από τη φροϊδική ικανοποίηση περιέσωσε ο Λακάν, συμπυκνώθηκε στον όρο φαντασίωση. Φαντασιώση στον Λακάν σημαίνει ότι ένα στοιχείο προερχόμενο από μια διάσταση διαφορετική από το συμβολικό, έρχεται να ενταχθεί μέσα στο συμβολικό. Στη διδασκαλία του ο Λακάν έκανε λόγο για το βιοφόρο. Τι είναι αυτό το βιοφόρο;Ένα στοιχείο που είναι φορέας ζωής. Είναι αυτό που αποκάλεσε, με τις διαφορετικές αξίες που έδωσε στον όρο, άλφα μικρό. Και ο μαθηματικός τύπος της φαντασίωσης ($ ◊ α) μεταφράζει την ένταξη του βιοφόρου στο διάκενο της αλυσίδας σημαινόντων. Αυτό το βιοφόρο έλαβε προφανώς διαφορετικές αξίες. Αρχικά ο Λακάν το άντλησε από το φαντασιακό, πράγμα που τροποποίησε το καθεστώς του φαντασιακού αντικειμένου, διότι υποχρέωσε το φαντασιακό να καταστεί στοιχείο, και μάλιστα στοιχείο μοναδικό. Αυτό είναι κάτι που αντιβαίνει στο καθεστώς του αντικειμένου στο καθαυτό φαντασιακό, στο οποίο το αντικείμενο είναι πάντα ισοδύναμο ενός άλλου αντικειμένου, πάντα αντικείμενο ανταλλαγής. Το ίδιο ισχύει και στο επίπεδο της ενόρμησης, όπου το αντικείμενο είναι αδιάφορο. Όσο πρόκειται για αντικείμενο που προέρχεται από το φαντασιακό, αποτελεί ένα αντικείμενο αντιπροσωπευτικό, αποτελεί μια Vorstellung, μια παράσταση, έχει μια ταυτότητα. Στη συνέχεια της διδασκαλίας του ο Λακάν θα αναφέρει ότι το βιοφόρο θα γίνει κάτι μη αντιπροσωπευτικό δανεισμένο από το πραγματικό και τελικά ένα καθαρό και κβάντο από λίμπιντο, το οποίο θα ονομάσει πλεόνασμα απόλαυσης [plus – de – jouir].
Η λογική της διδασκαλίας του Λακάν είναι μια διελκυστίνδα, ενώ παράλληλα επιδέχεται μια ορισμένη περιοδολόγηση. Ο Λακάν αφενός οδηγείται στο να αναγάγει την ικανοποίηση στη σημασία. Θα κατασκευάσει, μέσα από αυτή τη διαδρομή, τη λογική της φαντασίωσης και θα δημιουργήσει την κατασκευή της passε. Η λογικοποίηση της φαντασίωσης συνιστά προσπάθεια μετατροπής του βιοφόρου σε στοιχείο σημασίας,προσπαθεί, να δοθεί έμφαση στη σημασία που περιλαμβάνεται στην ικανοποίηση. Ο Λακάν είχε πάντα κρατημένη τη θέση του φαντασιακού πλαισίου αναφοράς, που υπήρξε μάλιστα στην αρχή η δεξαμενή για την απόλαυση. Κλείνοντας, λοιπόν, θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε στο εξής συμπέρασμα: το φαντασιακό κινείται σ’ έναν άξονα που περιέχει τη φαινομενολογική «αντίληψη» μα και την ψευδαίσθηση.
ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ
Το Πραγματικό, που πρέπει να διακριθεί από την πραγματικότητα, αποτελεί μιαν επίπτωση του Συμβολικού: όταν εγκαθιδρύεται το Συμβολικό, είναι αυτό που εξ-ίσταται, μένει εκτός συμβολισμού. Αυτές οι επισημάνσεις προσδιορίζουν αναδρομικά τις πρώτες διατυπώσεις του Λακάν το 1953. Το Πραγματικό αυτή την εποχή ορίζεται ως εκείνη η πλευρά η οποία μας διαφεύγει. Δε διέλαθε βέβαια της προσοχής του Φρόιντ, αλλά ήταν εκτός της θεωρητικής του σύλληψης και εμβέλειας. Μόνο η εισαγωγή της συμβολικής διάστασης θα μπορούσε να θεμελιώσει και να τοποθετήσει εκ νέου τις δύο άλλες διαστάσεις. Σ’ αυτή τη διάσταση δόθηκε έμφαση το 1953, για να εξηγηθεί «η αποτελεσματικότητα αυτής της εμπειρίας, που περνά ολόκληρη μέσα από τα λόγια». Δεν πρέπει να συγχέουμε το Πραγματικό με το αληθινό. Το Πραγματικό είναι αυτό που συλλαμβάνουμε ή θεωρούμε Πραγματικό. Το αληθινό είναι το συγκεκριμένο, το ορατό. Πού το συναντάμε το πραγματικό; Πρόκειται πράγματι για μια συνάντηση, για μια συνάντηση ουσιαστική, μέσα σ’ αυτό που η ψυχανάλυση ανακάλυψε -για ένα rendez-vous στο οποίο είμαστε πάντοτε καλεσμένοι με ένα πραγματικό που διαφεύγει...
Ας ξεκινήσουμε με την λέξη τύχη, τη δανειστήκαμε από το λεξιλόγιο του Αριστοτέλη, όταν διεξάγουμε την έρευνά για την αιτία. Τη μεταφράσαμε η συνάντηση του Πραγματικού. Το Πραγματικό βρίσκεται πέρα από το αυτόματο, την επιστροφή, την επάνοδο, την επιμονή των σημείων, όπου βλέπουμε τον εαυτό μας να διέπεται από την αρχή της ευχαρίστησης. Το Πραγματικό είναι αυτό που βρίσκεται πάντοτε πίσω από το αυτόματο και είναι ολοφάνερο μέσα σε ολόκληρη την έρευνα του Φρόιντ πως αυτό τον απασχολεί. Ποια είναι η πραγματική έγνοια του Φρόιντ στο μέτρο που του αποκαλύπτεται η λειτουργία της φαντασίωσης; Προσηλώνεται, με τρόπο σχεδόν αγωνιώδη, στο να εξετάζει ποια είναι η πρώτη συνάντηση. Το Πραγματικό, που μπορούμε να διαπιστώσουμε πίσω από τη φαντασίωση. Αυτό το Πραγματικό παρασύρει μαζί του το υποκείμενο και σχεδόν το εξαναγκάζει, κατευθύνοντας τόσο πολύ την έρευνα, που, τελικά, μπορούμε σήμερα ν’ αναρωτηθούμε αν αυτός ο πυρετός, αυτή η παρουσία, αυτή η επιθυμία του Φρόιντ, δεν είναι αυτό που συνέβαλε στο όψιμο ατύχημα της ψύχωσης του ασθενούς του.
Η σχέση με το Πραγματικό, για την οποία γίνεται λόγος μέσα στη μεταβίβαση διατυπώθηκε από τον Φρόυντ με αυτά τα λόγια, ότι τίποτε δεν μπορεί κανείς να συλλάβει in effigie, in absentia – και όμως, η μεταβίβαση δεν μας δίνεται άραγε σαν ομοίωμα και σχέση με την απουσία; Αυτόν τον επαμφοτερισμό της πραγματικότητας που αποτελεί αντικείμενο της μεταβίβασης, δεν θα κατορθώσουμε να τον ξεδιαλύνουμε παρά μόνο αν εξετάσουμε τη λειτουργία του πραγματικού μέσα στην επανάληψη. Αυτό που επαναλαμβάνεται, πράγματι, είναι πάντοτε κάτι που παράγεται - ή έκφραση μας λέει αρκετά για τη σχέση του προς την τύχη-σαν τυχαία. Η λειτουργία της τύχης, του πραγματικού σαν συνάντηση-τη συνάντηση στο μέτρο που μπορεί να αποτύχει, που ουσιαστικά είναι η αποτυχημένη συνάντηση-παρουσιάστηκε αρχικά στην ιστορία της ψυχανάλυσης με μια μορφή που, η ίδια από μόνη της, αρκεί για να ξυπνήσει την προσοχή μας-με τη μορφή του τραύματος.
Δεν είναι μήπως αξιοσημείωτο ότι, από την αρχή της αναλυτικής εμπειρίας, το πραγματικό παρουσιάστηκε με τη μορφή εκείνου του αναφομοίωτου που υπάρχει μέσα του,- με τη μορφή του τραύματος, που καθορίζει ολόκληρη τη συνέχεια του, και που του επιβάλλει μια αφετηρία φαινομενικά συμπτωματική; Βρισκόμαστε εδώ στην καρδιά εκείνου που μπορεί να μας επιτρέψει να καταλάβουμε το ριζικό χαρακτήρα της συγκρουσιακής έννοιας που εισήγαγε η αντίθεση της αρχής της ευχαρίστησης προς την αρχή της πραγματικότητας-αυτό κάνει ώστε να μη μπορούμε να συλλάβουμε το γεγονός ότι η αρχή της πραγματικότητας έχει, εξαιτίας της υπεροχής της, την τελευταία λέξη. Πράγματι, το τραύμα θεωρείται σαν κάτι που οφείλει να επουλώνεται από την υποκειμενοποιούσα ομοιόσταση, που προσανατολίζει όλο τον τρόπο λειτουργίας τον προσδιοριζόμενο από την αρχή της ευχαρίστησης. Η εμπειρία μας μας θέτει τότε ένα πρόβλημα, που προέρχεται από το ότι μέσα στις ίδιες τις πρωτογενείς διαδικασίες, βλέπουμε να διατηρείται η επιμονή του τραύματος να ξανάρχεται στη μνήμη μας. Το τραύμα εμφανίζεται πάλι εδώ και πολύ συχνά με ξεσκέπαστο πρόσωπο. Πώς το όνειρο, φορέας της επιθυμίας του υποκειμένου, μπορεί να παράγει αυτό που κάνει να αναδύεται επαναληπτικά το τραύμα-αν όχι το ίδιο του το πρόσωπο, τουλάχιστον την οθόνη που μας το δείχνει ακόμα πίσω; Ας συμπεράνουμε ότι το σύστημα της πραγματικότητας, όσο πολύ κι αν αναπτυχθεί, αφήνει φυλακισμένο στα δίχτυα της αρχής της ευχαρίστησης ένα ουσιαστικό μέρος αυτού που είναι ωστόσο απόλυτα πραγματικό.
ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΩΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ
Στην αρχή της διδασκαλίας του, ο Λακάν είχε θεωρήσει το αντικείμενο ως φαντασιακό. Αργότερα του έδωσε μια συμβολική διάσταση. Εκτός από τη φαντασιακή και τη συμβολική διάσταση, για τις οποίες ήδη μιλήσαμε, θα δούμε τώρα μία πραγματική διάσταση που απέδωσε τελικά ο Λακάν στο αντικείμενο. Είναι, λοιπόν, το υπόλοιπο της αιτιώδους εξάρτησης του υποκειμένου. Πρόκειται για μια διττή εξάρτηση του υποκειμένου από τον Άλλο: αλλοτρίωση, καθώς το υποκείμενο παριστάνεται από τα σημαίνοντα του Άλλου και χωρισμός, στο βαθμό που το υποκείμενο χωρίζεται από αυτόν τον Άλλο στον οποίο οφείλει τη σύστασή του. Το αντικείμενο μικρό α, ως αίτιο της επιθυμίας, προέρχεται από αυτή τη διττή εξάρτηση. Το αντικείμενο αυτό, το οποίο ο αναλυόμενος προβάλλει στον αναλυτή, ο ψυχαναλυτής πρέπει να το στηρίξει. Σε αυτό συμβάλει και η όλη διάταξη της ψυχαναλυτικής διαδικασίας. Αυτό το πολύτιμο όμως που φαίνεται να κρύβει η θέση του ψυχαναλυτή θα εκπέσει στο τέλος της αγωγής. Δεν πρόκειται βεβαίως για το ευτυχές τέλος που υπόσχεται ένα άλλο είδος ψυχανάλυσης, κατά το οποίο δύο εγώ που εξέρχονται από τη διαδικασία «ισχυροποιημένα» συγχαίρουν το ένα το άλλο!
Οι δυσάρεστες καταστάσεις που οφείλονται στην απώλεια των μερικών αντικειμένων έλκονται από τον πρωταρχικό αυτό πυρήνα. Έτσι, το αντικείμενο α είναι αποτέλεσμα της συμβολικής αποκοπής. Αλλά αν το αντικείμενο δεν είναι διαχωρισμένο από το υποκείμενο, αν δεν υπάγεται στο καθεστώς της αποκοπής, αιχμαλωτίζεται σε μια απόλαυση που δεν καθορίζεται από τη συμβολική αποκοπή, την οποία ο Λακάν αποκαλεί απόλαυση του Άλλου. Είναι μια απόλαυση που συνδέει το υποκείμενο με τον Άλλο, θεωρούμενο ως σώμα ολόκληρο. Δεν υπάρχουν εδώ αντικείμενα διαχωρισμένα, αποκομμένα, έτσι ώστε να μπορούν να κυκλοφορούν στην ψυχική ζωή. Έτσι, το υποκείμενο δεν μπορεί να αρθρώσει την επιθυμία του με την επιθυμία του Άλλου. Για τον Άλλο, το υποκείμενο υπήρξε αντικείμενο απόλαυσης και όχι επιθυμίας. Καταλήγει, λοιπόν, να γίνει το αντικείμενο που συμπυκνώνει αυτή την απόλαυση.
Ο ΒΟΡΡΟΜΕΙΟΣ ΚΟΜΒΟΣ
Στο ερώτημα «τι θέλει η γυναίκα» (was will das Weib) που έθεσε ο Φρόιντ αλλά άφησε αναπάντητο αποκρίθηκε ο Λακάν. Εισήγαγε την ιδιαίτερη στη γυναικεία τοποθέτηση απόλαυση, την οποία αποκαλεί, Άλλη απόλαυση. Η θεματική αυτή τον οδήγησε να επανεξετάσει από μια νέα σκοπιά παλιότερες επεξεργασίες του. Συγκεκριμένα, η άρθρωση των τριών διαστάσεων του Πραγματικού, του Συμβολικού και του Φαντασιακού δε θα γίνει πια με κέντρο το φαλλό. Θα αναδιοργανωθεί. Η νέα άρθρωση της τριάδας θα στηριχτεί σε ένα τοπολογικό «δέσιμο», το βαρρόμειο κόμβο. Για πρώτη φορά ο Λακάν αναφέρθηκε στον κόμβο στις 9 Φεβρουαρίου 1972, κατά το Σεμινάριο εκείνης της χρονιάς με τον τίτλο:…Και μη χειρότερα (ακριβέστερα ή και χειρότερα). Σύμφωνα με τον Λακάν ένα χαριτωμένο πρόσωπο που παρακολουθούσε τα μαθήματα του Κυρίου Ģuilbaut του έδωσε αυτή την ιδέα: είναι το έμβλημα του οποίου των Μπορρομέϊ. Ο κόμβος αυτός παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα. Αν κάποιος οποιοσδήποτε, από τους τρεις δακτυλίους κοπεί, απελευθερώνονται όλοι, ξεχωρίζουν δηλαδή ο ένας από τον άλλο. Ο Λακάν αναφέρει για ποιο λόγο χρησιμοποίησε τον κόμβο. Ήθελε με ένα σχήμα να δείξει το τριπλό «δέσιμο» μιας τετραμερούς φράσης: Σου ζητώ (τι;) να αρνηθεί (τι;)αυτό που σου προσφέρω (γιατί;) επειδή δεν είναι αυτό . Είναι η διατύπωση που μπορεί να αποδώσει τη λειτουργία της αγάπης, ένα «ερωτικό γράμμα» που κυκλοφορεί ανάμεσα στους εραστές.
Αντί για «lettre d’ amour» ο Λακάν γράφει «lettre d a-mur», που σημαίνει ότι το γράμμα α, με το οποίο γράφει το αντικείμενο μικρό α, ορθώνεται σαν ένα τείχος ανάμεσα στους αγαπημένους. Πράγματι, αυτό είναι το αντικείμενο α. Εδώ τίθεται ως «η έλλειψη που προϋποθέτει μια ζήτηση. Σε κάθε ζήτηση, η επιθυμία ζητά το αντικείμενο α. Είναι το αντικείμενο που έρχεται στη θέση μιας απόλαυσης. Αυτή θα ήταν η Lustbefriedigung (η «κάρπωση της ηδονής») από αυτό που ανακριβώς αποκαλούμε γενετήσια ενόρμηση. Μια σχέση, δηλαδή, που θα ήταν ολοκληρωμένη και εγγράψιμη του Ενός με τον Άλλο, του υποκειμένου και εκείνου που ότι και να κάνουμε θα παραμένει πάντα ο Άλλος.
Ο Λακάν στο Σεμινάριό του, που έχει τον τίτλο «Το σύμπτωμα», αναφέρει ότι το αντικείμενο α δεν εμφανίζεται διαφοροποιημένο, αλλά κάθε φορά σαν «ένα» πράγμα που σε προηγούμενες επεξεργασίες του το σκεφτόταν και ως «σύμμειξη» των αντικειμένων. Όλα τα σωματικά ανοίγματα κινητοποιούνται «άνισα» ίσως, αλλά μαζί, κι έτσι το ίδιο αντικείμενο συνιστά αντίκρισμα, επίκληση, μετάληψη, συγκράτηση ή απομάκρυνση. Η σωματική ενόρμηση «μεταφράζεται» σε λεκτική ζήτηση και πιο συγκεκριμένα σε γλωσσικούς μετασχηματισμούς από την ενέργεια στην αυτοπάθεια και στο πάθος. Αν το αντικείμενο α αποκτά τέτοια αξία, είναι γιατί υπάρχουν σώματα οργανωμένα από την ομιλία, σώματα που μιλάνε αλλά δεν μπορούν κατά τη συνέρευση να φέρουν τα φύλα τους σε μια σχέση. Γι’ αυτό και υπάρχουν υποκείμενα που βρίσκουν αντίστοιχα πράγματα στο αντικείμενο α, αντίστοιχα σε απολαυστικές ομιλίες, απολαύσεις της ομιλίας και μόνο. Έτσι αποσαφηνίζεται περαιτέρω η θέση του αντικειμένου α στις διατυπώσεις ένταξης στο αρσενικό ή θηλυκό φύλο. Μέσα στο διχασμό του το υποκείμενο σαγηνεύεται από το αντικείμενο α. Μέσω του αντικειμένου α το υποκείμενο επιχειρεί να έρθει σε σχέση με τον κόσμο, αλλά τον κόσμο όπως τον κατασκευάζει φαντασιακά, συμμετρικό με τον
εαυτό του. Με αυτή την έννοια, όπως τονίζει ο Λακάν, το αντικείμενο δεν έχει έμφυλη ποιότητα.
Ο Λακάν στο Σεμινάριό του με τίτλο: «Οι μη πλανώμενοι πλανώνται», αποδίδει σε κάθε δακτύλιο του κόμβου και τις τρεις διαστάσεις του Πραγματικού, του Συμβολικού και του Φαντασιακού. Κάτι νέο εισάγεται με αυτή τη ρύθμιση, αφού οι τρεις διαστάσεις τίθενται σε μια ισοδυναμία. Κάθε κρίκος του κόμβου είναι εξωτερικός ως προς τους άλλους δύο, δηλαδή περιλαμβάνει την πραγματική εκ-στατικότητα, ο καθένας φέρει το συμβολικό άνοιγμα μέσα από το οποίο διέρχονται οι άλλοι δύο και, τέλος, καθένας δένεται με τους άλλους δύο σε μια συστατικότητα που δεν έχει σχέση με το κατοπτρικό είδωλο ούτε με φαντασιακή σύλληψη, αλλά με μια εικόνα πραγματικού δεσίματος.
Ο Λακάν σε μια διάλεξη με τίτλο: «Η Τρίτη» προτείνει διάφορες γραφές του βορρόμειου κόμβου, με τους σχετικούς σχολιασμούς, στους οποίους δεν μπορούμε εδώ να αναφερθούμε. Θα περιοριστούμε στην ακόλουθη γραφή, για να δείξουμε απλώς τον τρόπο που λειτουργεί:
Οι τρεις ισοδύναμοι δακτύλιοι αντιστοιχούν στις τρεις διαστάσεις του Πραγματικού, του Φανατασιακού και του Συμβολικού. «Περισφίγγουν» στην κεντρική οπή το αντικείμενο μικρό α. Το Φαντασιακό προσδιορίζει το σώμα, όπως αυτό δίδεται από το είδωλό του στον καθρέφτη. Ανάμεσα στο Πραγματικό και στο Συμβολικό τοποθετείται η φαλλική απόλαυση. Εδώ φαίνεται η μετατόπιση από τις φροϋδικές αλλά και από τις πρώτες επεξεργασίες του Λακάν. Η επικέντρωση δεν είναι πια ο φαλλός. Ανάμεσα στο Φαντασιακό και το Συμβολικό τοποθετείται η σημασία, η οποία κατ’ αυτό τον τρόπο παίρνει νέα δυναμική και αξία. Στο κέντρο βρίσκεται το αντικείμενο α. Με αυτό «συναρτάται κάθε απόλαυση και καθετί το εξωτερικό σε κάθε μια από τις διατομές». Η φαλλική απόλαυση βρίσκεται στη διατομή Πραγματικού και Συμβολικού και ορίζεται ως εκτός-σώματος, δηλαδή εκτός του φαντασιακού που αντιπροσωπεύει τη σωματική εικόνα. Κατ’ ανάλογο τρόπο, η σημασία είναι εκτός του Πραγματικού (κι εδώ τίθεται το όριο του Συμβολικού, εφόσον το Πραγματικό δεν μπορεί να συμβολιστεί και άρα να σημασιοδοτηθεί). Υπάρχει κάτι στο Συμβολικό, στη συμβολική δόμηση του ασυνειδήτου που δεν μπορεί να ερμηνευτεί.
Πρόκειται για την πρωταρχική απώθηση, που δημιουργεί ένα χάσμα, γύρω από το οποίο θα συσταθεί η συμβολική τάξη. Τέλος, υπάρχει η Άλλη απόλαυση στη διατομή του φαντασιακού και του Πραγματικού. Είναι εκτός Συμβολικού και δεν μπορεί να αρθρωθεί συμβολικά. Η Άλλη απόλαυση (ή απόλαυση του Άλλου) «δε βασίζεται στη διαφορά των φύλων, μοιάζει σαν να είναι παράμερα» και «δεν υπάρχει, δε θα μπορούσε να υπάρξει, παρά μέσα από την ομιλία και συγκεκριμένα μέσα από την έκφραση της αγάπης». Έτσι, ενώ η φαλλική απόλαυση είναι αποκομμένη από το σώμα, η Άλλη απόλαυση δεν μπορεί να αρθρωθεί στη συμβολική τάξη.
Ο Λακάν έκλεισε αυτό το κείμενο του 1974, το οποίο πραγματευόμαστε, με μια αναφορά σ’ ένα κρίσιμο ζήτημα που αφορά το μέλλον της ψυχανάλυσης: Το μέλλον της ψυχανάλυσης εξαρτάται από το τι θα γίνει στο Πραγματικό. Από το αν, παραδείγματος Χάριν, αφήσουμε αυτά τα καινούρια μαραφέτια (gadgets) να μας χειραγωγήσουν, από το αν αφεθούμε σ’ αυτά να μας πάνε όπου θέλουν. Η εισαγωγή του βορρόμειου κόμβου ξεσήκωσε διαφωνίες και πολεμικές που συνεχίζονται ακόμα ανάμεσα στους μαθητές του. Ο Λακάν πραγματεύτηκε τον κόμβο στο τελευταίο στάδιο της διδασκαλίας του. Εκεί, στους χώρους που ορίζονται από τις διατομές του κόμβου, ενέγραψε τις βασικές έννοιες που είχε προωθήσει. Η ιδέα ήταν να «περισφίξει», δηλαδή να συγκαθορίσει, καθένα από τα βασικά δεδομένα ανάμεσα στα καλοδεμένα νήματα του κόμβου.